Το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα αποτελεί την συχνότερη εστιακή περιφερική νευροπάθεια και εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της πίεσης του μέσου νεύρου στο επίπεδο του καρπού. Η πάθηση είναι συνήθως στις γυναίκες (3:1 σε σχέση με τους άνδρες). Εμφανίζεται με υψηλή συχνότητα σε άτομα που εκτελούν συστηματικά συγκεκριμένες επαναλαμβανόμενες κινήσεις του καρπού και των δακτύλων.   Η τυπική συμπτωματολογία του συνδρόμου χαρακτηρίζεται από πόνο, μούδιασμα (υπαισθησία) και μυρμήγκιασμα (παραισθησίες) στην ζώνη κατανομής του μέσου νεύρου. Τα συμπτώματα είναι συνήθως εντονότερα κατά τη διάρκεια της νύχτας ώστε ξυπνούν τους ασθενείς από τον ύπνο. Για να ανακουφιστούν, συχνά οι ασθενείς «τινάζουν» τα χέρια (όπως τινάζουμε ένα θερμόμετρο).   

Ο πόνος και οι παραισθησίες είναι δυνατό να αντανακλούν στο αντιβράχιο, τον αγκώνα και τον ώμο.  
Η ελάττωση της μυϊκής ισχύος έχει σαν αποτέλεσμα την μείωση της λειτουργικότητας του χεριού. Σε βαριές περιπτώσεις χρόνιας πίεσης επηρεάζεται και η κινητική μοίρα του μέσου νεύρου, που οδηγεί σε ατροφία των μυών του θέναρος.   

Η κυριότερη αιτία εμφάνισης του συνδρόμου είναι η μη ειδική τενοντοελυτρίτιδα των καμπτήρων τενόντων των δακτύλων (υπερχρήση). Μια σειρά παθήσεων (ανατομικές παραλλαγές, φλεγμονές, μεταβολικά νοσήματα) μπορεί να προκαλέσει ή να επιδεινώσει το σύνδρομο του καρπιαίου σωλήνα.  

Η διάγνωση στηρίζεται κυρίως στο ιστορικό και την λεπτομερή κλινική εξέταση του ασθενούς, και επί αμφιβολίας στην ηλεκτροφυσιολογική μελέτη της λειτουργίας του νεύρου. Ένα χρήσιμο διαγνωστικό στοιχείο είναι το test Phalen: ο ασθενής καλείται να κρατήσει τους καρπούς σε πλήρη κάμψη για 30-60 δευτερόλεπτα. Η εμφάνιση ή η επιδείνωση των συμπτωμάτων (κάψιμο, μυρμήγκιασμα, μούδιασμα) θετικοποιεί το test.   

Η θεραπεία του συνδρόμου καρπιαίου σωλήνα περιλαμβάνει:   
α. πρόληψη, 
β. συντηρητική αντιμετώπιση και 
γ. χειρουργική αποσυμπίεση  

Στα πλαίσια της πρόληψης οι ασθενείς θα πρέπει να αποφεύγουν επαναλαμβανόμενες κινήσεις του καρπού και των δακτύλων που επιδεινώνουν τα συμπτώματα. Εργονομικός σχεδιασμός του χώρου εργασίας και της θέσης των χεριών συντελούν στην ανακούφιση από τα συμπτώματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν νάρθηκες ακινητοποίησης του καρπού. Επιπρόσθετα, η τοπική έγχυση με κορτικοειδή συντελεί στην μείωση του τοπικού οιδήματος και στην ύφεση των συμπτωμάτων. Η κλινική εμπειρία βεβαίως δείχνει ότι τα συμπτώματα επανεμφανίζονται μετά από ένα χρόνο στην συντριπτική πλειοψηφία των ασθενών (80%) μετά από έγχυση κορτικοειδών.  

Ένας τρόπος πρόβλεψης των αποτελεσμάτων της συντηρητικής θεραπείας είναι η ύπαρξη ή όχι ορισμένων κλινικών παραμέτρων. 

Η χειρουργική θεραπεία εφαρμόζεται στους ασθενείς που δεν ανταποκρίνονται στις συντηρητικές μεθόδους, όπως και στις περιπτώσεις με σοβαρή εμπλοκή του μέσου νεύρου που επιβεβαιώνεται με ηλεκτροφυσιολογικό έλεγχο, έκπτωση της κινητικής λειτουργίας και ατροφία των μυών του θέναρος.   

Η επέμβαση γίνεται με τοπική ή περιοχική αναισθησία και ουσιαστικά συνίσταται στην διάνοιξη του εγκαρσίου συνδέσμου του καρπού και την αποσυμπίεση του μέσου νεύρου.  

ΠΗΓΗ: ygeiaonline.gr