Τα υπνωτικά φάρμακα, που παίρνουν εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο, φαίνεται να σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο θανάτου και καρκίνου, σύμφωνα με μία νέα μελέτη.

Όπως έδειξε, μπορεί σχεδόν να πενταπλασιάσουν τον κίνδυνο θανάτου και να αυξήσουν κατά 35% τον κίνδυνο εκδηλώσεως καρκίνου.

Οι ερευνητές σπεύδουν να διευκρινίσουν πως τα ευρήματά τους υποδηλώνουν μία συσχέτιση και δεν αποδεικνύουν σχέση αιτίας-αποτελέσματος.

«Δεν είμαστε ακόμη απολύτως βέβαιοι, αλλά μοιάζει σαν να είναι τα υπνωτικά εξίσου επικίνδυνα με το κάπνισμα. Φαίνεται πως είναι πολύ πιο επικίνδυνο να παίρνει κανείς αυτά τα φάρμακα απ’ ό,τι το να αντιμετωπίζει την αϋπνία με άλλο τρόπο», υποστήριξε ο επικεφαλής ερευνητής δρ Ντάνιελ Φ. Κρίπκε, ομότιμος καθηγητής Ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, στο Σαν Ντιέγκο.

Στην ανάλυση του δρος Κρίπκε και των συνεργατών του συμπεριελήφθησαν παλαιού και νέου τύπου υπνωτικά όπως οι βενζοδιαζεπίνες, οι μη βενζοδιαζεπίνες, τα βαρβιτουρικά και τα ηρεμιστικά αντισταμινικά, τα οποία λάμβαναν 10.531 πάσχοντες από αϋπνία.

Συμπεριελήφθησαν επίσης στοιχεία από 23.674 εθελοντές οι οποίοι ουδέποτε είχαν πάρει υπνωτικά.

Όπως γράφουν οι ερευνητές στην επιθεώρηση «BMJ Open», παρακολούθησαν τους εθελοντές τους επί 2,5 χρόνια, στην διάρκεια των οποίων η θνησιμότητα μεταξύ όσων δεν έπαιρναν υπνωτικά ήταν 1,2%, ενώ μεταξύ όσων έπαιρναν ήταν 6,1%.

Ακόμα και μεταξύ των εθελοντών που έπαιρναν 18 ή λιγότερα υπνωτικά χάπια τον χρόνο η θνησιμότητα ήταν κατά 3,6 φορές υψηλότερη απ’ όση στους εθελοντές που δεν έπαιρναν καθόλου υπνωτικά.

Σε απόλυτους αριθμούς, ένας ανά 16 χρήστες υπνωτικών έχασε τη ζωή του στη διάρκεια της μελέτης (638 από τους 10.531 εθελοντές) έναντι ενός ανά 80 μη χρήστες υπνωτικών (295 από τους 23.674 εθελοντές).

Όσον αφορά τον αυξημένο κίνδυνο καρκίνου, ανιχνεύθηκε στους εθελοντές που έκαναν την μέγιστη χρήση υπνωτικών.

Με βάση αυτά τα ευρήματα, ο δρ Κρίπκε και οι συνεργάτες του υπολόγισαν ότι τα υπνωτικά σχετίζονται με εκατοντάδες χιλιάδες θανάτους ετησίως – μόνο στις ΗΠΑ τους υπολόγισαν σε 320.000 έως 507.000.

Επιπλέον, εξέφρασαν την εκτίμηση ότι εάν περιοριζόταν η χρήση τους, θα μειωνόταν και η γενική θνησιμότητα.

Οι ερευνητές δεν γνωρίζουν που ακριβώς οφείλεται ο αυξημένος κίνδυνος. Ωστόσο, διαπίστωσαν πως είναι ανεξάρτητος από τυχόν υποκείμενα προβλήματα υγείας, όπως οι πνευμονοπάθειες και οι καρδιοπάθειες, καθώς και από παράγοντες όπως το κάπνισμα και η χρήση αλκοόλ.

Μία πιθανή εξήγηση για τα ευρήματά τους θα ήταν ότι επειδή δρουν καταπραϋντικά, καθιστούν τους λήπτες τους επιρρεπείς στα ατυχήματα. Ενδέχεται επίσης να αλλάζουν τον τρόπο αναπνοής στη διάρκεια του ύπνου, ενώ προγενέστερες μελέτες τα έχουν συσχετίσει με αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονίας.

Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι ο δρ Κρίπκε διερευνά την πιθανή συσχέτιση υπνωτικών και θανάτου από το 1975. Έκτοτε, ο ίδιος και άλλοι επιστήμονες έχουν δημοσιεύσει 18 μελέτες στις οποίες βρέθηκε συσχέτιση μεταξύ των δύο.

Πάντως, ο δρ Μάλκολμ Λέιντερ, καθηγητής Κλινικής Ψυχοφαρμακολογίας στο Ίδρυμα Ψυχιατρικής του King’s College στο Λονδίνο, επισήμανε πως οι ασθενείς δεν πρέπει να πανικοβληθούν και να διακόψουν την λήψη των υπνωτικών.

«Η μελέτη αυτή είναι πολύ ενδιαφέρουσα, αλλά θα πρέπει να επαληθευτεί σε διαφορετικό πληθυσμιακό δείγμα και νομίζω ότι θα πρέπει να περιμένουμε έως ότου συμβεί αυτό», είπε.


Πηγή: tanea.gr