Διεθνής ομάδα επιστημόνων εντόπισε οκτώ ακόμα τμήματα του γενετικού κώδικα που σχετίζονται με την οστεοαρθρίτιδα, αυξάνοντας τον συνολικό αριθμό των «ύποπτων» σημείων στα 11.

Οι ειδικοί πιστεύουν ότι γενετικοί παράγοντες ευθύνονται για τουλάχιστον τις μισές από τις πιθανότητες που έχει κάθε άνθρωπος να εκδηλώσει την πιο συχνή μορφή αρθρίτιδας, η οποία οφείλεται στην φθορά των αρθρώσεων με το πέρασμα του χρόνου.

Ο εντοπισμός αυτών των γενετικών παραγόντων πιστεύεται ότι τελικά θα παράσχει την ευκαιρία για επινόηση νέων, πιο αποτελεσματικών θεραπειών.

Η νέα έρευνα, που δημοσιεύεται στην ιατρική επιθεώρηση «The Lancet», βασίσθηκε σε συγκρίσεις του DNA7.400 Βρετανών πασχόντων από οστεοαρθρίτιδα με εκείνο 11.000 υγιών εθελοντών.

Η σύγκριση κατέδειξε την ύπαρξη αρκετών «ύποπτων» περιοχών στο DNA, τις οποίες οι ερευνητές αναζήτησαν με μία άλλη ομάδα 7.500 ασθενών και σχεδόν 43.000 υγιών εθελοντών από την Ισλανδία, την Εσθονία, την Ολλανδία και τη Βρετανία.

Με την δεύτερη ανάλυση επιβεβαίωσαν κατ’ αρχήν πως τρεις μεταλλαγές που είχαν αναφερθεί προ καιρού όντως ενοχοποιούνται για την οστεοαρθρίτιδα, ενώ εντόπισαν ακόμα οκτώ που παίζουν ρόλο.

Επόμενο βήμα της έρευνας είναι να εντοπιστούν επακριβώς οι αλλοιώσεις στο DNA που βρίσκονται πίσω από την οστεοαρθρίτιδα και να ξεκαθαριστεί με ποιον ακριβώς τρόπο οδηγούν στη νόσο.

Η μία από τις νέες περιοχές που εντοπίστηκαν βρίσκεται στο επονομαζόμενο γονίδιο GNL3, το οποίο παράγει μία πρωτεΐνη σημαντική για την κυτταρική διατήρηση. Η συγκεκριμένη περιοχή διαπιστώθηκε πως ασκεί την ισχυρότερη επίδραση.

Τρεις άλλες από τις νέες περιοχές φέρουν γονίδια που παίζουν ρόλο στην ρύθμιση της ανάπτυξης των χόνδρων και των οστών, καθώς και στο σωματικό βάρος.

«Ξέρουμε ότι η οστεοαρθρίτιδα έχει κληρονομική συνιστώσα και ότι οφείλεται στα γονίδια που περνούν οι γονείς στα παιδιά τους και όχι στο κοινό περιβάλλον όπου όλοι ζουν», δήλωσε ένας εκ των κυρίων ερευνητών, ο δρ Τζων Λόφλιν, καθηγητής Μυοσκελετικής Έρευνας στο Πανεπιστήμιο του Νιούκασλ.

«Στη μελέτη αυτή μπορέσαμε να δείξουμε με μεγάλη σιγουριά ποιες γενετικές περιοχές αποτελούν τους κύριους παράγοντες κινδύνους για την ανάπτυξη της νόσου – και αυτό αποτελεί σημαντικό βήμα προόδου».

Πηγή: tanea.gr