Επιστήμονες από το Μόντρεαλ του Καναδά επινόησαν μία εξέταση αίματος, που θα μπορούσε να ανιχνεύει τη νόσο του Άλτσχαϊμερ στα πρώιμα στάδιά της και να συμβάλει στην καλύτερη παρακολούθηση της εξέλιξής της.

Όπως γράφουν στην «Επιθεώρηση Νόσου του Άλτσχαϊμερ» (JAD), η νόσος διαγιγνώσκεται σήμερα με βάση το οικογενειακό ιατρικό ιστορικό, τη νοητική αξιολόγηση του ασθενούς και την κλινική εξέταση.

Ωστόσο, οριστική επιβεβαίωση της διάγνωσης μπορεί να γίνει μόνο μετά θάνατον, με αυτοψία εγκεφάλου.

Η νέα εξέταση βασίζεται στη μέτρηση μιας ορμόνης, της διυδροεπιανδροστερόνης ή DHEA, η οποία παράγεται στον εγκέφαλο και στους πάσχοντες από νόσο του Άλτσχαϊμερ ανευρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Με μια ειδική βιοχημική διεργασία, οι ερευνητές κατόρθωσαν να εντοπίσουν με ακρίβεια ομάδα εθελοντών που έπασχαν από τη νόσο.

Επικεφαλής της μελέτης είναι ο δρ Βασίλειος Παπαδόπουλος, καθηγητής στο Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου ΜακΓκιλ και διευθυντής στο Ερευνητικό Ίδρυμα του Κέντρου Υγείας του πανεπιστημίου.

Ο δρ Παπαδόπουλος χαρακτήρισε ως «ζωτικής σημασίας» την ύπαρξη μιας απλής, μη επεμβατικής και με υψηλή ακρίβεια εξέτασης για τη διάγνωση του Άλτσχαϊμερ.

«Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν πως η εξέταση με οξείδωση της DHEA που επινοήσαμε, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη διάγνωση της νόσου του Άλτσχαϊμερ σε πολύ πρώιμο στάδιο», είπε.

«Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για την παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας των θεραπειών γι’ αυτήν, αλλά και για την αξιολόγηση της πορείας της νόσου».

Πηγή: tanea.gr