Το καλοκαίρι θεωρείται η κατεξοχήν εποχή του σεξ – συχνά με νέους, περιστασιακούς ερωτικούς συντρόφους. Ωστόσο, από τους σεξουαλικά ενεργούς Eλληνες τουλάχιστον τέσσερις στους δέκα ενηλίκους και ένας στους δύο εφήβους απολαμβάνουν το σεξ δίχως προφυλάξεις, με συνέπεια να κινδυνεύουν να μολυνθούν από σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα.   Ο παθολόγος - λοιμωξιολόγος Μάριος Λαζανάς, διευθυντής του Γ' Παθολογικού Τμήματος της Μονάδας Λοιμώξεων στο Νοσοκομείο Ερυθρός Σταυρός και ο κ. Δημήτρης Ρηγόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής Δερματολογίας - Αφροδισιολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εξηγούν τι συνέπειες μπορεί να έχει η μόλυνση με κάποιο από αυτά.  

Ποια είναι τα πιο συχνά σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα στη χώρα μας;  
Τα πιο συχνά είναι τα οξυτενή κονδυλώματα και ο έρπης των γεννητικών οργάνων. Ακολουθούν οι χλαμυδιακές, οι τριχομοναδικές και οι γονοκοκκικές λοιμώξεις και, σε ειδικές κατηγορίες ατόμων, η αυξανόμενη σε ποσοστά σύφιλη, οι ηπατίτιδες και η HIV λοίμωξη – AIDS.  

Με ποιους τρόπους μεταδίδονται;  
Ο κύριος τρόπος μετάδοσης είναι η σεξουαλική επαφή. Σε σπάνιες περιπτώσεις, ο έρπης και η σύφιλη μπορεί να μεταδοθούν με απλή επαφή εάν σε κάποιο σημείο έχει καταστραφεί το δέρμα (λύση συνεχείας δέρματος), ενώ η σύφιλη, οι ηπατίτιδες και η HIV λοίμωξη - AIDS μπορούν να μεταδοθούν και με το αίμα.  

Ποιο είναι το πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα καθενός από αυτά;   
Ο έρπης των γεννητικών οργάνων εμφανίζεται στον άντρα κυρίως στο πέος και στη γυναίκα στο αιδοίο σαν μικρές «φουσκάλες» με υγρόπου βρίσκονται πάνω σε μία κόκκινη «βάση». Οι «φουσκάλες» αυτές μπορεί να σπάσουν, προκαλώντας μικρές πληγές. Ο ασθενής μπορεί επίσης να έχει αίσθημα καύσου, φαγούρα, τσούξιμο και μούδιασμα.   
Τα οξυτενή κονδυλώματα δημιουργούν στο δέρμα και στους βλεννογόνους εκβλαστήσεις (μικρά εξογκώματα) που μοιάζουν σαν μικρά κουνουπίδια.   

Οι χλαμυδιακές και τριχομοναδικές λοιμώξεις προκαλούν λευκόρροια (αποβολή λευκωπού υγρού) από την ουρήθρα ή τον τράχηλο, αίσθημα καύσου και στον άντρα βαλανοποσθίτιδα.   
Η γονοκοκκική λοίμωξη (ή βλενόρροια) προκαλεί έντονο αίσθημα καύσου και αποβολή κιτρινωπού, παχύρευστου υγρού.   

Η σύφιλη εκδηλώνεται συνήθως σαν μία ανώδυνη, με βαθύ κόκκινο χρώμα, σκληρή πληγή στον βλεννογόνο και λεμφαδενίτιδα. Στις ηπατίτιδες εμφανίζεται γενική συμπτωματολογία, με κακουχία, ανορεξία, εμέτους και κίτρινο χρώμα στο εσωτερικό των ματιών (σκληρός χιτώνας, επιπεφυκώτας).   
Τέλος, η αρχική μόλυνση από τον HIV εκδηλώνεται ως ιογενής λοίμωξη, με πυρετό, καταβολή των δυνάμεων και διόγκωση λεμφαδένων.  

Τι συνέπειες μπορεί να έχει η καθυστέρηση της θεραπείας;  
Στις ερπητικές λοιμώξεις η καθυστέρηση έχει ως επακόλουθο παράταση της συμπτωματολογίας και διασπορά του ιού στους ερωτικούς συντρόφους.   
Στις λοιμώξεις από τους ιούς των κονδυλωμάτων απαιτείται ιδιαίτερη παρακολούθηση γιατί ορισμένα στελέχη (περίπου το 10%) είναι καρκινογόνα.   

Οι παραμελημένες χλαμυδιακές και γονοκοκκικές λοιμώξεις μπορεί να προκαλέσουν στη γυναίκα φλεγμονώδη νόσο της πυέλου και σαλπιγγίτιδα, στον άντρα προστατίτιδα, ενώ σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να υπάρξει στείρωση.   
Η σύφιλη μπορεί να προσβάλλει τα αγγεία και το κεντρικό νευρικό σύστημα (εγκέφαλος), ενώμίαέγκυος με λανθάνουσα σύφιλη μπορεί να μεταδώσει τη νόσο στο έμβρυο.   

Οι οξείες ηπατίτιδες συνήθως αυτοθεραπεύονται, αλλά μικρό μόνο ποσοστόμεταπίπτει σε χρονιότητα.   
Τέλος, η HIV λοίμωξη, εάν δεν διαγνωσθεί και θεραπευτεί εγκαίρως, αποτελεί κίνδυνο για τη δημόσια υγεία αλλά και για τον ίδιο τον ασθενή, διότι η εξέλιξή της είναι θανατηφόρος.
 
Τι νεότερα υπάρχουν στον τομέα της θεραπείας τους;  
Νεώτερα θεραπευτικά δεδομένα υπάρχουν για την HIV λοίμωξη, με νέους φαρμακευτικούς συνδυασμούς σε ένα χάπι, ενώ πρόκειται να κυκλοφορήσει ένας νέος φαρμακοενισχυτής των αναστολέων πρωτεάσης.   
Πρόσφατα, εξάλλου, η Υπηρεσία Τροφίμων & Φαρμάκων (FDA) των ΗΠΑ, συμπεριέλαβε στις ενδείξεις χρήσεως ενός αντιρετροϊκού φαρμάκου, του Truvada,την προληπτική χρήση πριν από το σεξ σε συνδυασμό με τη χρήση προφυλακτικού, για άτομα υψηλού κινδύνου.   

Η έγκριση αυτή προκαλεί ενστάσεις, διότι υπάρχει φόβος πως θα παραμεληθεί η χρήση του προφυλακτικού, με συνέπεια τη μετάδοση άλλων σεξουαλικώς μεταδιδομένων νοσημάτων αλλά και της ίδιας της HIV λοίμωξης επειδή, στην καλύτερη περίπτωση, η προστασία που παρέχει το φάρμακο ανέρχεται στο 75%.   

ΠΗΓΗ: tanea.gr