Ενας στους πέντε ανθρώπους θα αναπτύξει κάποια στιγμή στη ζωή του κνίδωση – μια αλλεργική αντίδραση στο δέρμα που προκαλεί ένα χαρακτηριστικό εξάνθημα με «σπυράκια» λευκά στο κέντρο και κοκκινωπά στην περιφέρεια και συνοδεύεται από έντονο, συχνά ανυπόφορο κνησμό (φαγούρα).   Τα «σπυράκια» αυτά (οι ειδικοί τα αποκαλούν πομφούς) μπορεί να υποχωρήσουν ύστερα από λίγα λεπτά ή σε χρονικό διάστημα έως τρεις ημέρες, ενώ εμφανίζονται με εξάρσεις και υφέσεις επί εβδομάδες, μήνες ή και χρόνια.  

Η κνίδωση πήρε το όνομά της από την τσουκνίδα (στα αρχαία ελληνικά ονομάζεται κνίδη) επειδή το εξάνθημα που προκαλεί σε πολλές περιπτώσεις μοιάζει με αυτό της τσουκνίδας. Στα λατινικά η κνίδη ονομάζεται urtica, γι’ αυτό η νόσος αποκαλείται συχνά και ουρτικάρια (urticaria).   


Η οξεία κνίδωση  
Στους περισσότερους ασθενείς η κνίδωση εμφανίζεται ξαφνικά, υποχωρεί γρήγορα (μέσα σε λιγότερο από έξι εβδομάδες) και συνήθως μπορεί να εντοπιστεί η αιτία της.  

Τα πιο συνηθισμένα αίτια είναι κάθε είδους λοιμώξεις (συμπεριλαμβανομένων των λοιμώξεων του αναπνευστικού), ορισμένα τρόφιμα (όπως τα καρύδια, τα φιστίκια, το ψάρι, τα οστρακόδερμα, τα αυγά και το γάλα) και η λήψη ορισμένων φαρμάκων (όπως τα αντιβιοτικά, τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη και τα οπιοειδή).  
Άλλες συχνές αιτίες είναι τα τσιμπήματα των εντόμων (κυρίως της σφήκας και της μέλισσας), αλλεργιογόνα όπως το λατέξ και η γύρη, καθώς και η έκθεση σε ερεθίσματα όπως το ψύχος, η θερμότητα ή ακόμα και ο ιδρώτας.  
Υπάρχουν λ.χ. ασθενείς που εμφανίζουν κνίδωση μόλις μπουν στο κρύο νερό της θάλασσας, άλλοι που παρουσιάζουν το χαρακτηριστικό εξάνθημά της όταν εκτίθενται στον ήλιο και κάποιοι τρίτοι που «φουντώνουν» όταν το δέρμα τους εκτεθεί στον ψυχρό αέρα του χειμώνα.  

Οπως εξηγεί ο νεοϋορκέζος δερματολόγος δρ Βίνσεντ Σ. Μπελτράνι, στους ασθενείς των οποίων τα συμπτώματα μπορούν εύκολα να αποδοθούν σε συγκεκριμένη αιτία «η κνίδωση κατά κανόνα υποχωρεί μέσα σε λίγες ώρες από την απομάκρυνση του εκλυτικού παράγοντα».  


Χρόνιες μορφές  
Ωστόσο, υπάρχουν αρκετές περιπτώσεις στις οποίες η κνίδωση δεν υποχωρεί μέσα σε λίγες εβδομάδες, αλλά επιμένει στον χρόνο. Αυτές οι περιπτώσεις αποτελούν τη χρόνια κνίδωση – και οι πιθανότητες να βρεθεί κάθε φορά η αιτία της είναι περιορισμένες, κατά τη δρα Σουπρίγια Βαρανταραγιούλου, αλλεργιολόγο στην κλινική Park Nicollet στη Μινεάπολις.  

«Σε λίγες περιπτώσεις μπορεί να εντοπιστεί η αιτία με τη λήψη ενός λεπτομερούς ιατρικού ιστορικού από τον ασθενή», εξηγεί. «Συνήθως, όμως, η χρόνια κνίδωση θεωρείται ιδιοπαθής, δηλαδή αγνώστου αιτιολογίας».  
Μελέτες έχουν δείξει πως σε ποσοστό έως 40% των πασχόντων από χρόνια κνίδωση ο οργανισμός παράγει αντισώματα, τα οποία επιτίθενται στους ιστούς του σώματος – με άλλα λόγια, η κνίδωσή τους είναι αυτοάνοσο νόσημα.   
Οι ασθενείς αυτοί ή οι συγγενείς τους εξ αίματος είναι πιθανόν να πάσχουν και από άλλα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως θυρεοειδοπάθεια, τύπου 1 διαβήτη ή λύκο. Περίπου 25% των πασχόντων από χρόνια κνίδωση έχουν θυρεοειδικά αντισώματα και πολλοί πάσχουν από δυσλειτουργία του θυρεοειδούς. 
 
Δυστυχώς, όμως, η θεραπεία του θυρεοειδικού προβλήματος δεν εξουδετερώνει την κνίδωση, κατά την δρα Βαρανταραγιούλου.   


Το αγγειοοίδημα  
Σε αρκετές περιπτώσεις, εξάλλου, οι ασθενείς με κνίδωση έχουν και μια σχετιζόμενη διαταραχή που αποκαλείται αγγειοοίδημα – μια διόγκωση των ιστών βαθιά στο δέρμα.   
Αν και το αγγειοοίδημα συνήθως δεν προκαλεί κνησμό, μπορεί να προκαλέσει πόνο ή αίσθημα καύσου (κάψιμο).   
Το αγγειοοίδημα συνήθως εκδηλώνεται στα χείλη, τα βλέφαρα, το πρόσωπο, τα χέρια, τα πόδια και τα γεννητικά όργανα. Μπορεί να εμφανιστεί ξαφνικά και να διαρκέσει από λίγες ώρες έως λίγες ημέρες.   
Στις πιο σοβαρές περιπτώσεις, όταν εκδηλώνεται στη γλώσσα, χρειάζεται επείγουσα αντιμετώπιση, διότι η διόγκωσή της μπορεί να αποφράξει την αεροφόρο οδό και να προκαλέσει ασφυξία.  


Θεραπεύοντας τις εξάρσεις  
Η διάρκεια της χρόνιας κνίδωσης παρουσιάζει μεγάλη διακύμανση. Οπως εξηγεί ο δρ Μπελτράνι, στους μισούς ασθενείς είναι 3-12 μήνες, αλλά επιμένει έως 5 χρόνια στο 20% των ασθενών και επί 20 ή περισσότερα χρόνια στο 1,5%. Επιπλέον, ο ένας στους δύο ασθενείς θα παρουσιάζει στο πέρασμα του χρόνου σποραδικές υποτροπές του προβλήματός του.  

Και οι δύο ειδικοί υπογραμμίζουν ότι δεν υπάρχει κάποια μαγική θεραπεία για την κνίδωση. Συνήθως χορηγούνται αντιισταμινικά φάρμακα, μεμονωμένα ή σε συνδυασμούς, αλλά μπορεί να χορηγηθούν ακόμα και φάρμακα για τις καούρες όπως η ρανιτιδίνη και η σιμετιδίνη, που έχουν αντιισταμινικές ιδιότητες, ή και αντικαταθλιπτικά όπως η δοξεπίνη, επειδή έχουν αντιισταμινικές και αντικνησμικές ιδιότητες.  

Και πάλι, όμως, η χρόνια κνίδωση αποτελεί αληθινή πρόκληση, διότι «η ανυπόφορη φαγούρα μπορεί να τρελάνει τον ασθενή», τονίζει η δρ Βαρανταραγιούλου, ενώ δεν μπορεί να βρεθεί η αιτία της.  
Σε κάθε περίπτωση, «με την προσεγμένη χρήση των κατάλληλων αντιισταμινικών, η νόσος μπορεί να τεθεί υπό έλεγχο έως ότου υποχωρήσει μόνη της με τον καιρό».  

ΠΗΓΗ: tanea.gr