Ο έλεγχος των καπνιστών με τομογράφο χαμηλής δόσης ακτινοβολίας, αντί για την μέθοδο των ακτινογραφίας Χ, μειώνει τους θανάτους από καρκίνο του πνεύμονα μέχρι και 20% μέσα την επόμενη πενταετία μετά την εξέταση, σύμφωνα με μια νέα μεγάλη αμερικανική έρευνα.

Προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι η ελικοειδής τομογραφία χαμηλής δοσολογίας μπορεί να εντοπίσει μικρούς όγκους καρκίνου στα πρώτα στάδια τους, έχοντας καλύτερα διαγνωστικά αποτελέσματα από τις ακτίνες Χ. Η νέα έρευνα, σε μεγάλο πλέον δείγμα πληθυσμού, που έγινε από το Εθνικό Κέντρο Καρκίνου των ΗΠΑ, έρχεται για πρώτη φορά κατηγορηματικά να επιβεβαιώσει αυτή τη διαπίστωση, σύμφωνα με τα πρακτορεία Ρόιτερ και Γαλλικό και το “Science”.

Αν και οι ερευνητές ανέφεραν ότι χρειάζονται και άλλες μελέτες για να εξακριβώσουν γιατί η τομογραφία σχετίζεται με τόσο μεγάλη μείωση στη θνησιμότητα από καρκίνο του πνεύμονα, το κεντρικό συμπέρασμα είναι ότι χάρη στην τομογραφία, σε σχέση με τη διάγνωση μέσω ακτινών Χ, ένας μεγαλύτερος αριθμός πρώιμων όγκων, δυνητικά θανατηφόρων, εντοπίστηκαν και αφαιρέθηκαν έγκαιρα.

Οι ελικοειδείς τομογραφίες κάνουν λήψη πολλαπλών εικόνων από όλο το στήθος μέσα σε επτά έως 15 δευτερόλεπτα, ενώ η απλή ακτινογραφία Χ κάνει λήψη μόνο μιας εικόνας. Οι ερευνητές πάντως επεσήμαναν ότι οι τομογραφίες είναι ακριβότερες και εκθέτουν τους ανθρώπους σε μεγαλύτερη ακτινοβολία σε σχέση με τις ακτίνες Χ. Μια τυπική ακτινογραφία Χ στον θώρακα στέλνει στον ασθενή 0,1 mSv (milliesieverts) ακτινοβολίας, έναντι μιας μέσης δόσης 1,4 mSv για τις τομογραφίες χαμηλής έντασης. Επιπλέον, οι τομογραφίες εμφανίζουν συχνότερα λανθασμένες θετικές διαγνώσεις, πράγμα που γεννά πιο εύκολα ανησυχία στους ασθενείς.

Η νέα έρευνα μελέτησε τις περιπτώσεις άνω των 50.000 νυν και πρώην καπνιστών ηλικίας 55 έως 74 ετών. Οι καπνιστές επιλέχθηκαν τυχαία, για μερικά χρόνια, να κάνουν ανά τακτικά χρονικά διαστήματα είτε τομογραφίες είτε ακτινογραφίες. Όταν μελετήθηκαν εκ των υστέρων τα στοιχεία των θανάτων και συσχετίστηκαν με το είδος διάγνωσης που είχε προηγηθεί, προέκυψε ότι όσοι είχαν κάνει τομογραφίες, εμφάνιζαν ως ομάδα 20% λιγότερους θανάτους από καρκίνο του πνεύμονα, καθώς επίσης 7% μικρότερη πιθανότητα θανάτου από οποιαδήποτε άλλη αιτία, σε σχέση με όσους είχαν κάνει μόνο ακτινογραφίες.

«Αυτή η ανακάλυψη έχει σημαντικές επιπτώσεις για τη δημόσια υγεία, καθώς μπορεί να σώσει πολλές ζωές, κυρίως όσων έχουν τον μεγαλύτερο κίνδυνο για καρκίνο του πνεύμονα», δήλωσε ο Χάρολντ Βάρμους, επικεφαλής των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ. Η πρώτη ερευνήτρια που από το 1999 είχε επισημάνει την ανωτερότητα της τομογραφίας, ήταν δρ Κλόντια Χένσκε, της Ιατρικής Σχολής του Όρους Σινά, η οποία τότε είχε δεχτεί επικρίσεις και τώρα δικαιώνεται.

Ο καρκίνος του πνεύμονα είναι η κυριότερη αιτία θανάτου από καρκίνο διεθνώς, σκοτώνοντας περίπου 1,3 εκατ. ανθρώπους ετησίως.