Το ότι οι άνθρωποι λένε ψέματα, είναι γνωστό από καταβολής κόσμου. Το αποδεικνύουν και μελέτες που έχουν δείξει ότι κατά μέσον όρο λέμε 11 ψέματα (κατά συνθήκην, αθώα ή λιγότερο αθώα) την εβδομάδα. Το ότι όμως η εγγενής αυτή τάση μπορεί να υπονομεύσει την υγεία, είναι κάτι που δύσκολα θα φανταζόταν κανείς.   Ωστόσο αυτό ακριβώς έδειξε μία μελέτη, η οποία παρουσιάσθηκε προ ημερών στο ετήσιο συνέδριο της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας, που πραγματοποιήθηκε στο Ορλάντο.   

Τη μελέτη πραγματοποίησαν σε 110 εθελοντές επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Notre Dame της Ιντιάνα – και κατέγραψαν με σαφήνεια πως όταν κάποιος μειώνει σημαντικά τα ψέματα, τα ψεματάκια και τις… ψεματάρες στην καθημερινότητά του, αποκομίζει σημαντικά ψυχικά και σωματικά οφέλη.  

Οι μισοί από τους 110 εθελοντές κλήθηκαν να πάψουν να λένε μικρά ή μεγάλα ψέματα επί 10 εβδομάδες, ενώ στους υπόλοιπους (αυτοί ήταν η ομάδα ελέγχου) δεν δόθηκαν ιδιαίτερες οδηγίες όσον αφορά τα ψέματα.   

Όσοι από τους εθελοντές της πρώτης ομάδας κατόρθωσαν να λένε τρία ή περισσότερα ψέματα λιγότερα την εβδομάδα, παρουσίασαν αντίστοιχα λιγότερους πονοκεφάλους, πονόλαιμους, εντάσεις, άγχη και άλλα προβλήματα!  

«Η συσχέτιση ήταν ξεκάθαρη: η αποφυγή των ψεμάτων βελτίωσε την υγεία τους», δήλωσε η επικεφαλής ερευνήτρια δρ Ανίτα Κέλλυ, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο. «Επιπλέον, βελτίωσε τις διαπροσωπικές τους σχέσεις, όπως οι ίδιοι ανέφεραν, ενώ βοήθησε να βελτιωθούν και οι κοινωνικές τους επαφές».  

Οι 110 εθελοντές είχαν ηλικία από 18 έως 71 ετών, ανήκαν και στα δύο φύλα, ήταν διαφόρων εθνικοτήτων και κάλυπταν όλες τις κοινωνικοοικονομικές ομάδες.   

Όλοι τους πήγαιναν στο εργαστήριο της δρος Κέλλυ μία φορά την εβδομάδα για να συμπληρώσουν ερωτηματολόγια για την υγεία και τις σχέσεις τους, ενώ περνούσαν και από ανιχνευτή ψεύδους για να βεβαιώνονται οι ερευνητές ότι δεν τους… δουλεύουν.  
«Νομίζω ότι τα ψέματα προκαλούν έντονο στρες σε όποιον τα λέει, με συνέπεια να συμβάλλουν σε κάθε είδους ψυχοσωματικό νόσημα – και αυτό αποτύπωσε η παρούσα μελέτη», σχολίασε ο δρ Μπράιαν Μπρούνο, επικεφαλής του Τμήματος Ψυχιατρικής στο Νοσοκομείο Lenox Hill της πόλης της Νέας Υόρκης.  

Πώς κατόρθωσαν όμως οι εθελοντές να περιορίσουν τα ψέματα που έλεγαν; Όπως εξήγησε η δρ Κέλλυ, αρκετοί επινόησαν έξυπνους τρόπους για να τα αποφύγουν – απαντώντας λ.χ. σε μια δύσκολη ερώτηση, με μία άλλη ερώτηση για να αποφύγουν να απαντήσουν.   
Άλλοι, πάλι, έλεγαν απλώς την αλήθεια ή απέφευγαν τις υπερβολές (κι αυτές ψέματα είναι), ενώ οι περισσότεροι έπαψαν να αναζητούν ψεύτικες δικαιολογίες για να εξηγήσουν λ.χ. γιατί άργησαν στη δουλειά ή έχασαν μία προθεσμία που είχαν.  

Τα μάτια δεν προδίδουν το ψέμα  
Τα ψέματα, πάντως, είχαν την… τιμητική τους τον τελευταίο μήνα – όσον αφορά την επιστημονική έρευνα, τουλάχιστον. Λίγες ημέρες πριν από την δημοσιοποίηση της μελέτης της δρος Κέλλυ, ανακοινώθηκαν τα ευρήματα μίας άλλης, η οποία κατέρριψε την αντίληψη ότι τα μάτια προδίδουν τα ψέματα.  

Η αντίληψη αυτή, που έχει τις ρίζες της στην δεκαετία του ’70, πρεσβεύει πως όταν λέμε ψέματα τα μάτια μας κινούνται προς τα δεξιά, ενώ όταν λέμε αλήθεια προς τ’ αριστερά. Έως τώρα, όμως, ουδείς την είχε ελέγξει επισταμένως με επιστημονικά μέσα.  
Το κενό ανέλαβαν να καλύψουν επιστήμονες από τα πανεπιστήμια του Εδιμβούργου και του Χέρτφορντσαϊρ, οι οποίοι επιστράτευσαν για τον σκοπό αυτό 32 εθελοντές. Απ’ όλους πήραν συνεντεύξεις για αληθινά και ψεύτικα γεγονότα, παρακολουθώντας τους προσεκτικά – και καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως η κίνηση των ματιών τους ουδεμία σχέση είχε με την αλήθεια ή το ψέμα που έλεγαν.  
Σε ένα δεύτερο πείραμα – γράφουν οι ερευνητές στην επιθεώρηση «PLoS One» - ζήτησαν από 50 άλλους εθελοντές να εντοπίσουν τα ψέματα που έλεγαν οι 32 πρώτοι στη διάρκεια κάποιων συζητήσεων. Αν και οι μισοί από τους 50 κλήθηκαν να παρατηρούν προσεκτικά τις κινήσεις των ματιών των 32, άκρη με τα ψέματα και τις αλήθειες δεν έβγαλαν.  

Το ίδιο ακριβώς συνέβη και όταν οι ερευνητές εξέτασαν αρχειακό υλικό από 52 πολίτες οι οποίοι είχαν βγει κάποτε στις τηλεοράσεις αναζητώντας χαμένα προσφιλή τους πρόσωπα – και οι μισοί εκ των οποίων υποκρίνονταν ότι νοιάζονται ή ότι δεν ξέρουν τι έχει συμβεί, όπως εκ των υστέρων απεδείχθη. Ούτε καν οι ίδιοι οι ερευνητές δεν κατόρθωσαν να βρουν ποιος έλεγε ψέματα και ποιος όχι.  
«Τα ευρήματα των πειραμάτων αυτών δείχνουν πως δεν υπάρχει σχέση ανάμεσα στα ψέματα και στις κινήσεις των ματιών, ούτε είναι δυνατόν να ανιχνεύσει κάποιος τα ψέματα κοιτάζοντας τις κινήσεις των ματιών του απέναντί του», δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής δρ Ρίτσαρντ Βάισμαν, καθηγητής Ψυχολογίας στο Χέρτφορντσαϊρ.  

Πώς να καταλάβουμε τον ψεύτη  
Τι σημαίνει, όμως, αυτό; Ότι είμαστε καταδικασμένοι να… καταπίνουμε τα ψέματα αμάσητα; Ο καθηγητής Βάισμαν λέει πως υπάρχουν μερικές ενδείξεις ψεύδους που μπορεί να μας βοηθήσουν να μην την… πατάμε διαρκώς:  

1. Πόσες φορές ακούμε το «εγώ». Αν ένας άνθρωπος ξαφνικά το… διαγράψει από το λεξιλόγιό του, πιθανότατα αφηγείται κάτι ψεύτικο.  
2. Ακινησία. Όταν λέμε ψέματα πρέπει να συγκεντρωθούμε. Το νου σας λοιπόν εάν ακινητοποιηθεί ξαφνικά ο απέναντί σας την ώρα που μιλάει.  

3. «Εεεεε», «ααααα». Αν αρχίσει κάποιος να «μασάει» τα λόγια του, δύσκολα λέει αλήθεια.  

4. Χρονοκαθυστέρηση. Αν το ψέμα το επινοεί κάποιος εκείνη τη στιγμή, θα κάνει παύση πριν αρχίσει να απαντάει σε μια ερώτηση.  

5. Κινητικότητα. Οι ψεύτες τείνουν να κινούν περισσότερο τα χέρια τους απ’ ό,τι όσοι λένε αλήθεια. Αν λοιπόν κάποιος αρχίσει ξαφνικά να πιάνει το στόμα ή τα μαλλιά του την ώρα που σας λέει κάτι, μπορεί να λέει ψέματα.  

ΠΗΓΗ: tanea.gr