Γιατί οι άνθρωποι στις ανεπτυγμένες χώρες αποκτούν κατά μέσο όρο λιγότερα παιδιά από ό,τι στις φτωχότερες κοινωνίες; Το φαινόμενο, γνωστό ως «δημογραφική μετάβαση» προβληματίζει εδώ και δεκαετίες τους εξελικτικούς βιολόγους.

Μια νέα διεθνής μελέτη καταλήγει τώρα στο συμπέρασμα ότι η δημογραφική μετάβαση δεν έχει εξελικτική βάση -είναι απλώς μια στρατηγική που μεγιστοποιεί την οικονομική επιτυχία των απογόνων, αφού η περιουσία μοιράζεται σε μικρότερο αριθμό κληρονόμων.

Η πτώση της γεννητικότητας που συνοδεύει την αύξηση του πλούτου μιας κοινωνίας είναι εν πολλοίς ένα παράδοξο φαινόμενο, αφού, σύμφωνα με τη θεωρία της εξέλιξης, στόχος κάθε οργανισμού είναι η απόκτηση όσο γίνεται περισσότερων απογόνων.

Σύμφωνα με μια δημοφιλή θεωρία, η μειωμένη γεννητικότητα στις πλούσιες χώρες έχει εξελικτική βάση: στις πλούσιες κοινωνίες, όπου οι γονείς έχουν περιουσία να κληροδοτήσουν στα παιδιά τους, η μείωση του αριθμού των απογόνων αυξάνει τον πλούτο που θα κληρονομήσουν, και αυτό, με τη σειρά του, επιτρέπει στους απογόνους να αποκτήσουν οι ίδιοι περισσότερα παιδιά. Με άλλα λόγια, η μείωση της γεννητικότητας αυξάνει μακροπρόθεσμα τον αριθμό των απογόνων.

Η νέα μελέτη, η οποία δημοσιεύεται στο Proceedings of the Royal Society B, δείχνει να διαψεύδει αυτή την υπόθεση. Αξιοποιώντας τα δεδομένα μιας μεγάλης μελέτης στη Σουηδία, η οποία παρακολουθεί χιλιάδες άτομα και τους απογόνους τους, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η μείωση της γεννητικότητας δεν προσφέρει εξελικτικό όφελος, δηλαδή δεν αυξάνει μακροπρόθεσμα τον αριθμό των απογόνων.

Η ανάλυση έδειξε ότι η απόκτηση μικρού αριθμού παιδιών αυξάνει την οικονομική και κοινωνική επιτυχία των απογόνων για διάστημα έως και τεσσάρων γενεών. Παράλληλα, όμως, μειώνει ελαφρά τον συνολικό αριθμό των απογόνων σε μακροπρόθεσμη βάση.

Οι ερευνητές εκτιμούν μάλιστα ότι στις σύγχρονες, πλούσιες κοινωνίες υπάρχει μια σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη για οικονομική επιτυχία και την ανάγκη για βιολογική επιτυχία. Αντίθετα, στις παραδοσιακές κοινωνίες των αναπτυσσόμενων χωρών, οι στρατηγικές που μεγιστοποιούν τον πλούτο τείνουν να μεγιστοποιούν και τον αριθμό των γενετικών απογόνων.

Η νέα έρευνα βασίστηκε στα δεδομένα μιας μελέτης στη Σουηδία που παρακολουθεί 14.000 άτομα που γεννήθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα, καθώς και όλους τους απογόνους τους, μέχρι και σήμερα.

Οι ερευνητές μέτρησαν την οικονομική επιτυχία κάθε γενιάς εξετάζοντας τους βαθμούς στο σχολείο, τις εισαγωγές στο πανεπιστήμιο και το εισόδημα. Η αναπαραγωγική επιτυχία μετρήθηκε εξετάζοντας την επιβίωση μέχρι την ενηλικίωση, το γάμο πριν από την ηλικία των 40 ετών (ένδειξη επιτυχίας στην εξεύρεση συντρόφου) και τη γονιμότητα (το αριθμό των απογόνων μέχρι το 2009).

Η ανάλυση έδειξε ότι τα παιδιά που γεννήθηκαν σε μικρές, πλούσιες οικογένειες έτειναν να έχουν καλύτερες επιδόσεις στο σχολείο, αυξημένη πιθανότητα εισαγωγής στο πανεπιστήμιο και υψηλότερο εισόδημα. Τα οφέλη μεγιστοποιούνταν όταν η μειωμένη γεννητικότητα συνδυαζόταν με υψηλότερη κοινωνικο-οικονομική θέση. Επιπλέον, τα οφέλη αυτά δεν αφορούσαν μόνο τα παιδιά αλλά και τα εγγόνια και τα δισέγγονα.

Αντίθετα όμως με ό,τι προέβλεπε η θεωρία, η μειωμένη γεννητικότητα δεν βρέθηκε να επηρεάζει την αναπαραγωγική επιτυχία πέρα από την πρώτη γενιά απογόνων.

«Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα ευρήματα της μελέτης είναι ότι το να προέρχεται κανείς από μια πλούσια οικογένεια καθιστά ακόμα μεγαλύτερα τα οφέλη μιας μικρής οικογένειας» σχολίασε ο Δρ Ντέιβιντ Λόσον του Πανεπιστημιακού Κολεγίου του Λονδίνου, μέλος της ερευνητικής ομάδας.

«Αντίθετα, οι φτωχές οικογένειες έχουν σχετικά μικρό όφελος από τη μείωση της γεννητικότητας, πιθανώς επειδή η επιτυχία των απογόνων τους εξαρτάται περισσότερο από γενικούς κοινωνικούς παράγοντες [και όχι από την περιουσία των γονιών τους]».

»Η παρατήρηση αυτή δείχνει ότι υπάρχει μια οικονομική λογική στις τάσεις αναπαραγωγής του σύγχρονου κόσμου, δεδομένου ότι η γεννητικότητα πέφτει πρώτα στα πλουσιότερα στρώματα της κοινωνίας όταν ένας πληθυσμός υφίσταται δημογραφική μετάβαση».

Πηγή: in.gr