O Βρετανός John Gurdοn και ο Ιάπωνας Shinya Υamanaka μοιράζονται το εφετινό Νομπέλ Ιατρικής. Πετυχαίνοντας να μετατρέψουν διαφοροποιημένα κύτταρα σε πολυδύναμα βλαστικά, πραγματοποίησαν μια επιστημονική επανάσταση: άλλαξαν τη θεώρησή μας για την ανάπτυξη των οργανισμών και έθεσαν τις βάσεις για την αναγεννητική ιατρική.  
Ο γεννημένος το 1933 Gurdοn, ανακάλυψε το 1962 ότι η κυτταρική διαφοροποίηση δεν είναι μονόδρομος. Με στόχο να διερευνήσει αν τα εξειδικευμένα κύτταρα διατηρούν ή χάνουν το DNA που δεν χρησιμοποιούν, ο φοιτητής τότε Gurdοn αντικατέστησε τον πυρήνα ενός ωαρίου βατράχου με τον πυρήνα εντερικού κυττάρου. Όταν από το ωάριο αυτό προέκυψε γυρίνος, ο Gurdοn πήρε την απάντησή του: ναι, τα κύτταρα διατηρούν το DNA που δεν χρησιμοποιούν. Επιπλέον διεπίστωσε ότι το ωάριο είχε την ικανότητα να αξιοποιήσει αυτή την πληροφορία.  

Σαράντα και πλέον χρόνια αργότερα, το 2006, ο Shinya Υamanaka, κατέδειξε ότι και τα διαφοροποιημένα κύτταρα των θηλαστικών είχαν αντίστοιχες ιδιότητες. Εισάγοντας 4 γονίδια-κλειδιά σε διαφοροποιημένα κύτταρα ποντικού πέτυχε να τα μετατρέψει σε πολυδύναμα βλαστικά κύτταρα, τα οποία με την κατάλληλη μοριακή καθοδήγηση μπορούσαν να μετατραπούν στη συνέχεια σε όλους του κυτταρικούς τύπους του οργανισμού.  

Οι ανακαλύψεις των εφετινών τιμωμένων άλλαξαν ριζικά την κατανόησή μας για την ανάπτυξη των οργανισμών και O Βρετανός John Gurdοn και ο Ιάπωνας Shinya Υamanaka μοιράζονται το εφετινό Νομπέλ Ιατρικής. Πετυχαίνοντας να μετατρέψουν διαφοροποιημένα κύτταρα σε πολυδύναμα βλαστικά, πραγματοποίησαν μια επιστημονική επανάσταση: άλλαξαν τη θεώρησή μας για την ανάπτυξη των οργανισμών και έθεσαν τις βάσεις για την αναγεννητική ιατρική.  


Από τα αμφίβια στα θηλαστικά  


Δεν είναι συχνό στην ιστορία των Νομπέλ να μοιράζονται ένα βραβείο δύο επιστήμονες των οποίων οι ανακαλύψεις απέχουν χρονικά σχεδόν μισό αιώνα. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ο Yamanaka γεννήθηκε τη χρονιά που ο Gurdon δημοσίευσε το κλασσικό πια άρθρο του.  

Το 1962, λίγα μόλις χρόνια μετά την αποκάλυψη της διπλής έλικας του DNA, ελάχιστα ήταν γνωστά για το μόριο της κληρονομικότητας. Ένα από τα κεντρικά ερωτήματα ήταν πώς με τη βοήθεια του μορίου αυτού ένα γονιμοποιημένο ωάριο δίνει έναν ολόκληρο οργανισμό. Πώς, δηλαδή το αναπτυσσόμενο έμβρυο χρησιμοποιεί διαφορετικά τμήματα γενετικού υλικού προκειμένου να φτιάξει κύτταρα δέρματος, εντέρου, ήπατος κοκ.; Μια ιδέα ήταν ότι κάθε κύτταρο αποβάλλει την γενετική πληροφορία που του είναι άχρηστη και κρατά μόνο αυτή που του επιτρέπει να δημιουργήσει την ταυτότητά του.
 
Χρησιμοποιώντας γενετικό υλικό από διαφοροποιημένο εντερικό κύτταρο βατράχου για να δημιουργήσει γυρίνους ο Gurdon όχι μόνο απέδειξε ότι η παραπάνω ιδέα ήταν λανθασμένη (τα κύτταρα διατηρούν το σύνολο της πληροφορίας που κληρονομούν από το ωάριο και το σπερματοζωάριο), αλλά και πως η διαφοροποίηση ενός κυττάρου δεν ήταν μονόδρομος: ο πυρήνας του διαφοροποιημένου κυττάρου «ξανάνιωνε» τοποθετούμενος μέσα στο ωάριο.  

Πηγή:tovima