Ο Σακχαρώδης Διαβήτης είναι μία ασθένεια που δυστυχώς δεν θεραπεύεται. Αντίθετα, ρυθμίζεται. Είναι, όμως, και μία πάθηση που επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, με αποτέλεσμα η ρύθμιση να μην είναι πάντα σταθερή. Το σάκχαρο στο αίμα μπορεί να αλλάξει ακόμα και 8.500 φορές την ημέρα από υπεργλυκαιμικά σε υπογλυκαιμικά επίπεδα και αντίθετα. Γι’ αυτό, είναι απαραίτητος ο συνεχής έλεγχος και η διαρκής αντιμετώπιση, ώστε κάθε στιγμή ο διαβητικός να είναι ρυθμισμένος, γεγονός που πρακτικά ισοδυναμεί με θεραπεία και που τον βοηθά να αποφεύγει μετέπειτα επιπλοκές, όπως τη διαβητική αμφιβληστροειδοπάθεια, τη νευροπάθεια, τη νεφροπάθεια κ.α..
Πώς ελέγχουμε πόσο ρυθμισμένος είναι ένας διαβητικός;
Από την κλινική εικόνα. Όταν υπάρχουν συμπτώματα, όπως, ξηροστομία, δίψα, πολυουρία, κνησμός στα γεννητικά όργανα είναι σχεδόν βέβαιο ότι η ρύθμιση δεν είναι καλή και ότι το σάκχαρο στο αίμα κυμαίνεται σε υψηλά επίπεδα. Αντίθετα, συμπτώματα, όπως εφίδρωση, ταχυκαρδία, υπνηλία, σύγχυση φανερώνουν υπογλυκαιμία, που επίσης σημαίνει κακή ρύθμιση. Σύνοδες ενδείξεις είναι η αύξηση και η ελάττωση του σωματικού βάρους, καθώς και η καθυστέρηση της σωματικής ανάπτυξης στα παιδιά.
Με τη μέτρηση του σακχάρου αίματος στο αίμα. Το σάκχαρο στο αίμα είναι ένας από τους καλύτερους δείκτες για τη ρύθμιση του διαβήτη. Σκοπός είναι να διατηρηθεί στα φυσιολογικά για τον διαβητικό όρια (80 – 120 mg /d1 νηστείας και έως 150 mg/dl μεταγευματικό κατά προσέγγιση) χωρίς υπερ- ή υπογλυκαιμία για όλο το 24ωρο. Έτσι, είναι απαραίτητες διάφορες μετρήσεις κατά τη διάρκεια της ημέρας ώρες νηστείας (πρωινές) και ώρες μεταγευματικές (2 ώρες μετά φαγητό).

Η πιο δόκιμη μέθοδος αυτοπαρακολούθησης είναι αυτή που περιλαμβάνει μια καθημερινή μέτρηση διαφορετική χρονική στιγμή κάθε φορά (νηστείας ή μεταγευματικά). Ο ακριβής αριθμός των μετρήσεων, βέβαια, εξαρτάται από τον τύπο του διαβήτη (Ι ή ΙΙ) και τη θεραπεία (δίαιτα ή χάπια ή ινσουλίνη) και οι μετρήσεις μπορούν να γίνουν στο εργαστήριο ή με τα μηχανάκια μέτρησης σακχάρου αίματος.

Με τη μέτρηση του σακχάρου στα ούρα. Είναι μία αρκετά εύκολη μέθοδος με το πλεονέκτημα για τον διαβητικό ότι είναι αναίμακτη και οικονομική. Μας δίνει τη γενική, αλλά σημαντική πληροφορία αν το σάκχαρο στο αίμα είναι πάνω από 170mg /d1 και αυτό γιατί το σάκχαρο βγαίνει στα ούρα μόνο όταν στο αίμα είναι πάνω από αυτή την τιμή. Σε εξαιρετικές και σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να βγει σε χαμηλότερη τιμή ή να μη βγει ακόμα και αν είναι υψηλότερο και αυτό έχει σχέση με προβλήματα στο νεφρικό ουδό. Έτσι, λοιπόν, μετρώντας το σάκχαρο στα ούρα έχουμε έναν ικανοποιητικό καθρέπτη της ρύθμισης του διαβητικού ασθενή.

Οξόνη στα ούρα. Η οξόνη στα ούρα δείχνει απορύθμιση του διαβήτη και είναι το καμπανάκι που προειδοποιεί για τον κίνδυνο του διαβητικού κώματος. Δεν χρειάζεται να γίνεται καθημερινά, παρά μόνο αν το σάκχαρο στα ούρα δείχνει συνέχεια ιδιαίτερα αυξημένο. Σπάνια τα ούρα μπορεί να μην έχουν σάκχαρο, αλλά να έχουν οξόνη όταν ο διαβητικός παίρνει πολύ λίγους υδατάνθρακες (οξόνη νηστείας).

Γλυκοζυλιωμένη αιμοσφαιρίνη Α1C. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται στη διαγνωστική του Σ.Δ. ένα συνεχώς αυξανόμενο ενδιαφέρον για τη μέτρηση της αιμοσφαιρίνης Α1. Μία από τις κυριότερες αιτίες είναι ότι παρέχει μία εικόνα των μέσων επιπέδων της γλυκόζης στο αίμα κατά τις προηγούμενες εβδομάδες ή μήνες, από τη μέτρησή της. Μπορεί, δηλαδή, να χαρακτηριστεί σαν η αποθηκευμένη «μνήμη» της γλυκόζης του αίματος.

Για να μπορέσουν, όμως, να εφαρμοστούν οι παραπάνω μέθοδοι και να επιτευχθεί η όσο το δυνατόν καλύτερη ρύθμιση είναι απαραίτητη η στενή συνεργασία ανάμεσα στον διαβητικό ασθενή και τη διαβητολογική ομάδα. Εξάλλου, σε αυτήν τη συνεργασία ο διαβητικός πρέπει να έχει ενεργητική συμμετοχή, ώστε να έχει ανεξαρτησία και έναν άνετο τρόπο ζωής, με την προϋπόθεση βέβαια να έχει εκπαιδευτεί κατάλληλα.

ΠΗΓΗ: iatronet.gr