Ο όρος «καρδιακή ανεπάρκεια» χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα σύνολο κλινικών συμπτωμάτων, που κυμαίνονται από πρώιμη δυσλειτουργία του μυοκαρδίου μέχρι την εκδήλωση πνευμονικού οιδήματος.
Η καρδιακή ανεπάρκεια πρακτικά δεν είναι τίποτε άλλο από τη μειωμένη ικανότητα της δεξιάς ή της αριστερής καρδιάς, να διατηρήσει τη ροή του αίματος προς τους πνεύμονες και την περιφέρεια (μειωμένη συσταλτικότητα της καρδιακής αντλίας) και τελικά εκδηλώνεται με συμφόρηση του ήπατος, ασκίτη, και περιφερικό οίδημα (στην ανεπάρκεια της δεξιάς κοιλίας) ή με υπόταση, νεφρική ανεπάρκεια και πνευμονικό οίδημα (ανεπάρκεια της αριστερής κοιλίας). Έτσι, η καρδιακή ανεπάρκεια γίνεται τελικά μια συστηματική νόσος που αρχικά ξεκίνησε ως μία μοριακή και κυτταρική ανωμαλία του μυϊκού κυττάρου της καρδιάς.

Η θεραπεία της καρδιακής ανεπάρκειας περιλαμβάνει τη φαρμακευτική και τη χειρουργική θεραπεία, η οποία δεν περιορίζεται στην αντικατάσταση της καρδιάς (μεταμόσχευση) ή στην υποστήριξη με μηχανικές συσκευές. Αυτό το άρθρο εξετάζει τις ενδείξεις και χειρουργικές μεθόδους που έχουν χρησιμοποιηθεί ή είναι στο στάδιο της έρευνας για τη θεραπεία της δυσλειτουργίας του μυοκαρδίου.

Πηγή: dowdoctor.gr