Εικοσιτέσσερα γονίδια που προκαλούν μυωπία εντόπισε διεθνής ομάδα επιστημόνων, σε ένα επίτευγμα το οποίο θα μπορούσε να ωφελήσει εκατομμύρια ανθρώπους.

Όπως γράφουν οι ερευνητές στην επιθεώρηση «Nature Genetics», άλλα από τα γονίδια που εντόπισαν αφορούν τη μετάδοση μηνυμάτων μεταξύ εγκεφάλου και οφθαλμικών ιστών και άλλα την δομή και την ανάπτυξη των ματιών.

Η μελέτη τους έδειξε πως όσοι φέρουν τα γονίδια, έχουν δεκαπλάσιες πιθανότητες να εκδηλώσουν μυωπία.

Η μυωπία είναι μία από τις πιο συχνές διαθλαστικές ανωμαλίες της όρασης. Υπολογίζεται ότι από αυτήν πάσχει το 30% των κατοίκων της Δύσης και ποσοστό έως 80% των Ασιατών.

Η διαταραχή εκδηλώνεται όταν το μάτι έχει μήκος μεγαλύτερο από το κανονικό, με συνέπεια οι δέσμες του φωτός να εστιάζουν σε λάθος σημείο: μπροστά από τους υποδοχείς φωτός, οι οποίοι βρίσκονται στον αμφιβληστροειδή χιτώνα του ματιού.

Το αποτέλεσμα είναι οι πάσχοντες να βλέπουν καλά όταν κοιτάζουν κοντινά αντικείμενα, αλλά θολά όταν προσπαθούν να δουν κάτι που βρίσκεται μακριά. Όσο υψηλότερη μυωπία έχει ένας άνθρωπος, τόσο πιο θολά βλέπει τα αντικείμενα κατ’αναλογίαν με την απόσταση που απέχουν.

Αν και η μυωπία έχει ισχυρή κληρονομική συνιστώσα, έως τώρα ήσαν ελλιπείς οι πληροφορίες για τα γονίδια που ευθύνονται γι’ αυτήν.

Πριν από σχεδόν τρία χρόνια, είχε εντοπιστεί το πρώτο υπαίτιο γονίδιο, από ομάδα ερευνητών του King’s College, στο Λονδίνο, υπό τον δρα Κρις Χάμοντ, καθηγητή Οφθαλμολογίας στο κολέγιο.

Ο δρ Χάμοντ ηγείται της διεθνούς ερευνητικής ομάδας που εντόπισε τώρα τα 24 γονίδια, αναλύοντας γενετικά στοιχεία από 45.000 ανθρώπους σε όλο τον κόσμο.

«Η μελέτη μας αποκαλύπτει για πρώτη φορά μία ομάδα γονιδίων που σχετίζονται με τη μυωπία και οι φορείς των οποίων διατρέχουν δεκαπλάσιο κίνδυνο αναπτύξεως της συγκεκριμένης διαθλαστικής ανωμαλίας», δήλωσε ο καθηγητής Χάμοντ.

Και συνέχισε: «Τώρα που καταλαβαίνουμε πολύ περισσότερα για τις γενετικές αιτίες της διαταραχής, μπορούμε να αναζητήσουμε τρόπους πρόληψης της εξέλιξής της.

»Πρόκειται για ένα συναρπαστικό βήμα προόδου, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει σε καλύτερες θεραπείες, ωφελώντας εκατομμύρια ανθρώπους σε όλο τον κόσμο».

Ωστόσο, η ανάγκη για περαιτέρω έρευνες και λεπτομερή μελέτη κάθε πιθανής νέας θεραπείας υποδηλώνει ότι θα απαιτηθούν τουλάχιστον 15 χρόνια έως ότου συμβεί αυτό, κατέληξε.

Πηγή: tanea.gr