Η διατροφή στην παιδική ηλικία είναι ιδιαίτερη κρίσιμη και σημαντική για τη φυσιολογική ανάπτυξη και τη διατήρηση της καλής υγείας του παιδιού. 

Πάγιος στόχος είναι μια σωστή και υγιεινή διατροφή, η οποία καλύπτει τις ιδιαίτερες διατροφικές τους ανάγκες και χαρακτηρίζεται από μέτρο, ισορροπία και ποικιλία. Ακριβώς αυτό εξασφαλίζει η υιοθέτηση και η εφαρμογή των αρχών της μεσογειακής διατροφής οι οποίες είναι:

- Καθημερινά, μεγάλες ποσότητες σε φυτικές ίνες από φρούτα, λαχανικά, ψωμί/δημητριακά, πατάτες, όσπρια.

- Καθημερινά, ελάχιστη κατανάλωση σε επεξεργασμένα προϊόντα.

- Καθημερινά, μικρές έως μέτριες ποσότητες σε γαλακτοκομικά προϊόντα (γάλα, τυρί και γιαούρτι).

- Κατανάλωση ψαριών και πουλερικών, σε μικρές έως μέτριες ποσότητες, εβδομαδιαίως.

- Κατανάλωση κόκκινου κρέατος, 2-3 φορές το μήνα

- Καθημερινή κατανάλωση ελαιολάδου ως κύρια πηγή λιπαρών.

Στη συνέχεια παραθέτουμε τις βασικές συστάσεις της «οικολογικής διατροφής»...

- Μείωση κατανάλωσης του κρέατος και των λοιπών ζωικών προϊόντων.

- Μείωση κατανάλωσης πολύ επεξεργασμένων τροφίμων που είναι πλούσια σε ζάχαρη, λίπος και αλάτι.

- Αυξημένη κατανάλωση τοπικών και εποχικών φρούτων και λαχανικών.

- Μικρότερο ποσοστό φαγητού στα απορρίμματα

Οι ομοιότητες είναι εμφανείς σε όλα σχεδόν τα επίπεδα σύγκρισης. Πιο συγκεκριμένα:

Η παιδική διατροφή στα πρότυπα της μεσογειακής διατροφής στηρίζεται περισσότερο σε φυτικά προϊόντα, χωρίς να αποκλείει τις ζωικές τροφές, γεγονός που συμφωνεί με τα χαρακτηριστικά της οικολογικής διατροφής. Αν μάλιστα τα φρούτα, τα λαχανικά, τα όσπρια, τα λοιπά φυτικά προϊόντα ακόμη και τα γαλακτοκομικά παράγονται και καταναλώνονται ανάλογα με την εποχή αλλά και σε τοπικό επίπεδο, τότε η οικολογική επιβάρυνση είναι πραγματικά πολύ μικρή.

Είναι εμφανές, ότι προτείνεται η μειωμένη κατανάλωση κόκκινου κρέατος και των προϊόντων του, και ορίζεται σε 2-3 φορές μηνιαίως. Μια άλλη εναλλακτική πρόταση είναι η μη κατανάλωση κόκκινου κρέατος ως κυρίου πιάτου αλλά ως συνοδευτικού μερικές φορές την εβδομάδα ή η εναλλαγή του με ψάρια (πληθυσμών όχι υπό εξαφάνιση) ή πουλερικά τοπικής εκτροφής.

Παρόμοια οφέλη για το περιβάλλον αλλά και την υγεία του παιδιού (αποφυγή της παιδικής παχυσαρκίας) προκύπτουν από τη μειωμένη κατανάλωση επεξεργασμένων τροφίμων, που είναι πλούσια σε ζάχαρη, λίπος και αλάτι.

Συνεχίζοντας, η προτεινόμενη καθημερινή και ευεργετική χρήση του ελαιολάδου, ενός φυτικού προϊόντος ως κύρια πηγή λίπους και η αποφυγή αντίστοιχων ζωικών προϊόντων, π.χ. βουτύρου, προσφέρει και αυτή με τη σειρά της, εκτός της ευεργετικής δράσης για την υγεία, σημαντική προστασία για το περιβάλλον.

Δεν θα παραλείψουμε, τέλος, να αναφέρουμε τα τεράστια οφέλη (30%) από την προσπάθεια για ελάττωση των τροφίμων, που μπορούν να καταναλωθούν από τα παιδιά, αλλά καταλήγουν στα απορρίμματα.

Γίνεται σαφές, λοιπόν, ότι η ισορροπημένη παιδική διατροφή χαρίζει καλύτερη γνωστική και κριτική επίδοση, ενώ με λίγη προσπάθεια και επιμονή μπορεί να είναι ταυτόχρονα και «οικοφιλική».