Υπάρχει κανείς που δεν έχει νιώσει έστω και μία φορά στη ζωή του να τον ενοχλεί η μέση του; Δύσκολο, αν αναλογιστούμε ότι ο πόνος στη μέση:

* Εκδηλώνεται σποραδικά σε περισσότερα από τα τέσσερα πέμπτα των ενηλίκων.

* Σε καθημερινή βάση, ο ένας στους 100 εργαζόμενους απουσιάζει από τη δουλειά του εξαιτίας του.

* Αποτελεί την πέμπτη συχνότερη αιτία νοσηλείας

* Είναι η τρίτη συχνότερη αιτία εγχείρησης.

Μάλιστα η οσφυαλγία, όπως λέγεται επιστημονικά, δεν αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο των μεσηλίκων ή των ηλικιωμένων. Πρόσφατη βρετανική έρευνα αποκάλυψε ότι το ποσοστό των νέων ηλικίας 16-24 ετών που υποφέρουν από οσφυαλγία είναι παρόμοιο με αυτό μεταξύ των συνταξιούχων - 34% και 38% αντιστοίχως.

Η κρίση μιας οσφυλαγίας συνήθως υποχωρεί μέσα σε έξι εβδομάδες – φυσικά με την ενδεδειγμένη θεραπεία. Ωστόσο, στο 10% των περιπτώσεων ο πόνος είναι επίμονος, δεν ανταποκρίνεται σε οτιδήποτε κι αν δοκιμάσουν οι ασθενείς και τελικά μετατρέπεται σε χρόνιο πρόβλημα που κάνει κόλαση τη ζωή τους.

Η κακή στάση του σώματος, η αρθρίτιδα και οι αλλοιώσεις στη σπονδυλική στήλη λόγω ηλικίας ή εξαιτίας ενός τραυματισμού είναι οι συνήθεις-ύποπτοι για την εμφάνιση του πόνου στη μέση. Ωστόσο, υπάρχει ένας ακόμα παράγοντας που μπορεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο τόσο στην πρόκληση όσο και την αντιμετώπισή του, αλλά έως τώρα δεν του δίναμε και μεγάλη σημασία, γράφουν οι «Times» του Λονδίνου.

Ο παράγοντας αυτός είναι το μυαλό μας, σύμφωνα με τα ευρήματα ολοένα περισσότερων μελετών. Η ψυχολόγος δρ Λυν Ντάνγουντυ, λέκτορας Ψυχολογίας της Υγεία στο Πανεπιστήμιο Ulster, στην Αγγλία, η οποία ειδικεύεται στην αντιμετώπιση του πόνου στη μέση, λέει ότι ψυχή και σώμα είναι αλληλένδετα και ότι οι αρνητικές και γεμάτες απαισιοδοξία σκέψεις μπορεί να επιδεινώσουν την οσφυαλγία.

«Όταν κάποιος βρίσκεται σε κατάσταση άγχους ή στρες, έχει την τάση να σφίγγει άθελά του τους μυς της πλάτης του – και αν τους σφίξει την ώρα που βαδίζει ή πάει να σηκωθεί από την καρέκλα, μπορεί να προκαλέσει οσφυαλγία», εξηγεί. Το ίδιο συμβαίνει και όταν οι μύες είναι μονίμως σφιγμένοι και δεν χαλαρώνουν ποτέ: κάποια στιγμή, θα προκαλέσουν έντονο πόνο, διότι είναι αφύσικο να βρίσκονται μονίμως «στην τσίτα».


Αρνητικές σκέψεις

Το αναμάσημα των αρνητικών σκέψεων γύρω από τα συμπτώματα είναι πολύ συνηθισμένο σε όσους πάσχουν από χρόνιους πόνους – και αυτό είναι εύλογο. Ως φαίνεται, όμως, οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο, αφού όσο περισσότερα είναι τα αρνητικά συναισθήματα και η απελπισία λόγω της κατάστασης, τόσο περισσότερα προβλήματα δημιουργεί λ.χ. στον ύπνο και τόσο πιο έντονος γίνεται ο πόνος. 

Στην μελέτη του Keele, όμως, οι μισοί από τους εθελοντές δήλωσαν ξεκάθαρα πως δεν είχαν άλλη εναλλακτική λύση, πέρα από το να αναμασούν ό,τι τους συνέβαινε: αισθάνονταν εντελώς ανίκανοι να κάνουν οτιδήποτε άλλο.

Εντούτοις, η μελέτη – που χρηματοδοτήθηκε από τον βρετανικό κοινωφελή οργανισμό BackCare – έδειξε πως εκείνοι οι λιγοστοί ασθενείς, οι οποίοι είχαν καταφέρει να απαλλαγούν από τις αρνητικές σκέψεις και ήταν αισιόδοξοι, είχαν χαμηλότερα επίπεδα πόνου και κατάφερναν να κάνουν πολλά πράγματα.

Με βάση αυτά τα ευρήματα, «στόχος είναι να βρούμε τεχνικές γνωστικής εκπαίδευσης, οι οποίοι θα βοηθήσουν όσους αναμασούν συχνά τις αρνητικές σκέψεις τους, να τις περιορίσουν στο ελάχιστο δυνατό, ώστε να ανακουφιστούν και από τον πόνο τους», δήλωσε η επικεφαλής της μελέτης δρ Νικόλ Τανγκ, ερευνήτρια στο Τμήμα Πρωτοβάθμιας Φροντίδας & Επιστημών Υγείας του πανεπιστημίου.

Αυθυποβολή

Οι πεποιθήσεις μας ασκούν πανίσχυρο ρόλο στην ένταση των συμπτωμάτων. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα σε μελέτες στις οποίες συγκρίνονται αληθινές θεραπείες με εικονικές.

Το 2011, λ.χ., η δρ Ρέιτσελ Μπούχμπιντερ, ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο Monash της Αυστραλίας, συνέκρινε ασθενείς που είχαν υποβληθεί σε σπονδυλοπλαστική με ασθενείς που υποτίθεται ότι την είχαν κάνει. Η σπονδυλοπλαστική είναι μία μη χειρουργική θεραπεία, κατά την οποία εγχέεται με μία βελόνα σε έναν ή περισσότερους σπονδύλους μία ουσία (ένα πολυμερές) που γίνεται σκληρό σαν πέτρα σε λίγα λεπτά. Η έγχυση γίνεται για να στηρίξει τους σπονδύλους που είναι πολύ αδύναμοι (λ.χ. λόγω οστεοπόρωσης) και να μειώσει τον πόνο.

Όπως έγραψαν η δρ Μπούχμπιντερ και οι συνεργάτες της στο επιστημονικό περιοδικό «New England Journal of Medicine», οι ασθενείς που νόμιζαν ότι είχαν κάνει σπονδυλοπλαστική ανέφεραν την ίδια βελτίωση του πόνου με εκείνους που όντως την είχαν κάνει!

Η δρ Ντάνγουντυ αποδίδει αυτού του είδους τις βελτιώσεις στην δύναμη της ελπίδας. «Ο κόσμος πιστεύει πάντοτε πως το κάτι είναι καλύτερο από το τίποτα – και αυτό είναι από μόνο του ισχυρό κίνητρο για να πιστέψει ότι βελτιώθηκε η κατάστασή του, παρότι στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν είχε γίνει θεραπεία», εξηγεί.

«Αντιθέτως, όταν πολλοί πάσχοντες από χρόνια οσφυαλγία ακούν από τους γιατρούς τους ότι δεν ξέρουν που οφείλεται το πρόβλημά τους, καταρρακώνονται. Και αυτό, διότι αν δεν ξέρουν την αιτία, δεν ξέρουν και τι ακριβώς να κάνουν για να γίνουν καλά ή ποιο είναι το χρονοδιάγραμμα της εξέλιξης του προβλήματός τους».

Αντικαταθλιπτικά και γνωστική θεραπεία

Αυτού του είδους η ψυχική καταρράκωση μπορεί να εξηγεί γιατί σε μερικές μελέτες καταγράφηκε άμβλυνση της οσφυαλγίας με τη βοήθεια αντικαταθλιπτικών φαρμάκων. «Η χρόνια οσφυαλγία ενδέχεται να αποτελεί ψυχοσωματικό σύμπτωμα μιας ευρύτερης ψυχικής δυσκολίας», λέει η δρ Ντάνγουντυ. «Συνήθως αυτό δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν στην αντιμετώπισή της, αλλά μπορεί να είναι συμβάλλων παράγοντας».

Εάν συμβαίνει αυτό, η ψυχολογική υποστήριξη ενδέχεται να βοηθήσει. Το 2010, επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Warwick μελέτησαν 700 πάσχοντες από χρόνια οσφυαλγία και έγραψαν στο επιστημονικό περιοδικό «The Lancet» πως όσοι υποβλήθηκαν σε γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία είχαν διπλάσιες πιθανότητες να τον νικήσουν σε σύγκριση με όσους έπαιρναν μόνον παυσίπονα και περπατούσαν.

Η γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία που έκαναν οι ασθενείς αυτοί «στόχο είχε να “σπάσει” τις συνηθισμένες τους συμπεριφορές και να τους διδάξει να σκέφτονται θετικά», εξηγεί η επικεφαλής ερευνήτρια δρ Ζάρα Χάνσεν. 

Και έσπευσε να ξεκαθαρίσει: «Δεν λέμε ότι ο πόνος στη μέση βρίσκεται στο μυαλό μας, σαφώς αποτελεί ένα σωματικό πρόβλημα. Ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο τον αντιλαμβανόμαστε, επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο τον χειριζόμαστε».