Ελπίδα για την ουσιαστική αντιμετώπιση της δυσλεξίας και των μαθησιακών δυσκολιών δίνει μια νέα ανακάλυψη επιστημόνων από τις ΗΠΑ, οι οποίοι διαπίστωσαν ότι οι ρίζες αυτών των προβλημάτων είναι γενετικές.

Η ανακάλυψη έγινε από επιστήμονες του Πανεπιστημίου Γέιλ, οι οποίοι πιστεύουν ότι πλέον ανοίγει ο δρόμος για την έγκαιρη διάγνωση και τη χορήγηση πιο αποτελεσματικών θεραπειών, που θα ξεκινούν νωρίτερα και όχι στα χρόνια του γυμνασίου, όταν είναι ήδη αργά.

Σύμφωνα με τη νέα μελέτη, τα αποτελέσματα της οποίας δημοσιεύονται στην Αμερικανική Επιθεώρηση Ανθρώπινης Γενετικής, όλα ξεκινούν από ένα γονίδιο που μπορεί να προκαλέσει προβλήματα στην ανάγνωση, τη γλώσσα και τον δείκτη νοημοσύνης.

Οι επιστήμονες ανέλυσαν τα στοιχεία που προέκυψαν από μελέτη που πραγματοποιήθηκε στη Βρετανία από ερευνητές του Πανεπιστημίου Μπρίστολ, με τη συμμετοχή 10.000 παιδιών, τα οποία είχαν γεννηθεί από το 1991 έως το 1992.

Όπως διαπίστωσαν, υπάρχουν γενετικές μεταλλάξεις, όπως εκείνη του γονιδίου DCDC2, που προκαλούν προδιάθεση στη δυσλεξία και τις μαθησιακές δυσκολίες, γεγονός που παρά τις πολλές μελέτες που έχουν προηγηθεί, ανακαλύφθηκε για πρώτη φορά με αυτή τη μελέτη.

Η ίδια επιστημονική ομάδα είχε διαπιστώσει παλιότερα ότι δύο γονίδια που συνδέονται με τη ντοπαμίνη εμπλέκονται στη διαδικασία ανάπτυξης της γλώσσας, ενώ σε άλλες μελέτες, μη γενετικές, ανακάλυψαν ότι η έκθεση του εμβρύου στη νικοτίνη ασκεί έντονη αρνητική επίδραση τόσο στις μαθησιακές δυσκολίες, όσο και στη δυσλεξία.