Εναλλακτικά γλυκαντικά υπάρχουν πολλά. Η ασπαρτάμη και η σακχαρίνη είναι τεχνητές, μη θρεπτικές ουσίες. Η στέβια είναι απόλυτα φυσική και ασφαλής γλυκαντική ουσία, ιδανική για τους διαβητικούς. Ακόμη η στέβια συνιστάται σε σχέση με την ασπαρτάμη στο ψήσιμο αφού η ασπαρτάμη διασπάται κατά τη διάρκεια της διαδικασίας θέρμανσης με αποτέλεσμα να χάσει τη γεύση της.

Στέβια, η πολλά υποσχόμενη

Η στέβια είναι ένα εντελώς καινούργιο είδος φυτού για την Ελλάδα, άγνωστο στη χώρα μας μέχρι το 2005, όταν το πανεπιστήμιο Θεσσαλίας άρχισε συστηματική επιστημονική έρευνα, την οποία και συνεχίζει σε συνεργασία με διάφορους φορείς. Είναι ένα πολυετές, πολύκλαδο και ποώδες φυτό, που ζει ή καλλιεργείται αλλού ως ετήσιο και αλλού για 3-7 χρόνια, όπως και στην Ελλάδα.

Μία νέα, πολλά υποσχόμενη φυσική γλυκαντική ουσία είναι το εκχύλισμα του φυτού στέβια. Είναι ένα μικρό βότανο που εδώ και πολλά χρόνια χρησιμοποιείται από τοπικές φυλές Ινδιάνων ως γλυκαντικό και θεραπευτικό φυτό. Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχουν ενδείξεις για ανεπιθύμητες δράσεις τον ανθρώπινο οργανισμό και η EFSA (European Food Safety Authority) το Απρίλιο του 2010 ανακοίνωσε πως παράγωγα του φυτού στέβια είναι απολύτως ασφαλή για κατανάλωση από τον άνθρωπο. 

Εκτός από τη γλυκά της γεύση, η στέβια αποτελεί πηγή ωφέλιμων φυτοχημικών ουσιών, όπως η χλωροφύλλη και οι φυτοστερόλες. Ένα ακόμη πλεονέκτημά της είναι πως είναι ανθεκτική σε θερμοκρασίες έως και 200 βαθμούς, ιδιότητα που επιτρέπει τη χρήση της και στη μαγειρική, σε αντίθεση με την ασπαρτάμη. Είναι 150 έως 300 φορές πιο γλυκιά από τη ζάχαρη, με αποτέλεσμα να απαιτείται πολύ μικρή ποσότητα, χωρίς αυτή να προσφέρει θερμίδες. Μέχρι στιγμής, πωλείται σε καταστήματα βιολογικών προϊόντων σε μορφή ταμπλετών.

Πρόκειται για μία ουσία που είναι 150 έως 300 φορές πιο γλυκιά από τη ζάχαρη, χωρίς καθόλου θερμίδες, μηδέν υδατάνθρακες, μηδέν γλυκαιμικό δείκτη (G.I.) και μηδέν γλυκαιμικό φορτίο (G.L.) σε αντίθεση με την κοινή ζάχαρη ή άλλες θερμιδογόνες γλυκαντικές ουσίες (φρουκτόζη, μέλι , σιρόπι αγαύης κ.α).

Ως πλεονέκτημα, οι γλυκοζίτες στεβιόλης δεν περιέχουν φαινυλαλαλίνη επομένως η στέβια είναι κατάλληλη για άτομα με φαινυλκετονουρία.

Επιπλέον, μία επιθεώρηση 12 ερευνών, στο επιστημονικό περιοδικό Phytochemistry (2003), κατέληξε ότι η στέβια είναι η καλύτερη εναλλακτική επιλογή για όσους πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη. Εντούτοις τα διαβητικά άτομα θα πρέπει να συμβουλεύονται το γιατρό τους.

Ο Αμερικανικός Οργανισμός Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) χαρακτηρίζει την στέβια ως GRAS («γενικά αναγνωρισμένη ως ασφαλής»), ενώ η Ευρωπαϊκή Αρχή Ασφάλειας Τροφίμων (EFSA) τονίζει ότι «δεν είναι καρκινογόνος, δεν είναι τοξική και δεν είναι επικίνδυνη για την ανθρώπινη αναπαραγωγή».

Ως ημερήσια δοσολογία ορίζονται τα 5,6 - 6,8 mg/kg σωματικού βάρους/ημέρα για τους ενήλικες και 1,7-16,3 mg/kg σωματικού βάρους/ ημέρα για παιδιά ηλικίας 1-14 ετών.

Πού θα τη βρείτε

Στα περισσότερα καταστήματα βιολογικών ειδών όπου πωλείται σε μορφή σκόνης. Σημείωσε μόνο ότι πρέπει να τη διαλύουμε σε νερό πριν τη χρησιμοποιήσουμε, καθώς έχει πολύ γλυκιά γεύση. Σκεφτείτε ότι 1 κουταλάκι του γλυκού στέβια (σε υγρή μορφή) αντιστοιχεί σε ένα φλιτζάνι ζάχαρη.

Βοηθάει στο αδυνάτισμα;

Η στέβια είναι η μόνη φυσική γλυκαντική ουσία με μηδέν θερμίδες, μηδέν υδατάνθρακες, μηδέν γλυκαιμικό δείκτη (G.I.) και μηδέν γλυκαιμικό φορτίο (G.L.). 

Επομένως, όταν χρησιμοποιείται αντί της κοινής ζάχαρης ή άλλων επίσης θερμιδογόνων γλυκαντικών υλών (π.χ. φρουκτόζη, μέλι, σιρόπι αγαύης κ.ά.), περιορίζει την ενεργειακή πρόσληψη και έτσι συμβάλλει θετικά στην προσπάθεια ελέγχου των περιττών κιλών. 

Πρέπει, όμως, να γίνει απολύτως κατανοητό ότι η στέβια αποτελεί απλώς και μόνο βοήθημα περιορισμού των θερμίδων από πηγές σακχάρων και όχι κάποια ουσία που αδυνατίζει χωρίς να προσέχουμε γενικότερα τη διατροφή μας.

Είναι κατάλληλη για τους διαβητικούς;

Διάφορες προκαταρκτικές μελέτες έχουν δείξει ότι η στέβια μπορεί να χρησιμοποιηθεί κάλλιστα από τους διαβητικούς αντί της ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών υλών, γιατί μεταβολίζεται στον οργανισμό, χωρίς να επηρεάζει ιδιαίτερα το σάκχαρο του αίματος και χωρίς να απαιτεί την παραγωγή ινσουλίνης. 

Εντούτοις, επειδή είναι άγνωστο το εάν βελτιώνει μακροπρόθεσμα το γλυκαιμικό έλεγχο, τα διαβητικά άτομα θα πρέπει να συμβουλεύονται οπωσδήποτε το γιατρό τους πριν αποφασίσουν να την εντάξουν συστηματικά στο καθημερινό τους διαιτολόγιο.

Να τη δοκιμάσω;

Αν καταναλώνετε μεγάλες ποσότητες ζάχαρης, τότε η στέβια αποτελεί μια καλή εναλλακτική λύση, εφόσον κάνετε μετρημένη κατανάλωσή της κι όχι κατάχρηση. Επειδή όμως το μεγαλύτερο μέρος της προσλαμβανόμενης ζάχαρης προέρχεται από τις «κρυφές πηγές» της, κυρίως τα βιομηχανοποιημένα και επεξεργασμένα τρόφιμα, δεν δικαιολογείται κανενός είδους εφησυχασμός, είναι δηλαδή αναγκαίο να συνεχίσετε να είστε προσεκτικοί στις διατροφικές επιλογές σας. 

Το ίδιο ισχύει κι όταν αγοράζετε τυποποιημένα προϊόντα που περιέχουν ως γλυκαντική ύλη τη στέβια, π.χ. επιδόρπια, μαρμελάδες, γκοφρέτες: πρέπει να μελετάτε προσεκτικά την ετικέτα και να βεβαιώνεστε ότι όντως έχουν λιγότερες θερμίδες συγκριτικά με το κανονικό προϊόν και ότι δεν περιέχουν επιπλέον λιπαρά ή επιπρόσθετα σάκχαρα.

Τι άλλο πρέπει να προσέχω;

Για χρήση ως γλυκαντική ύλη η στέβια διατίθεται συσκευασμένη σε μορφή σκόνης, σε σταγόνες ή σε δισκία από τα περισσότερα καταστήματα βιολογικών προϊόντων και ορισμένα μεγάλα καταστήματα. Ανάλογα με την προέλευση, τη μορφή, την ποιότητα, την καθαρότητα και την τυποποίηση των γλυκαντικών της συστατικών, κάθε εμπορικό προϊόν στέβια μπορεί να έχει διαφορετικό συνιστώμενο τρόπο κατανάλωσης, διαφορετική συμπεριφορά στις υψηλές θερμοκρασίες και να προσδίδει διαφορετικού βαθμού γλυκύτητα συγκριτικά με τη ζάχαρη. Οπότε λαμβάνετε πάντα υπόψη σας τις οδηγίες του κατασκευαστή.

Συμπερασματικά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η παχυσαρκία στην Αμερική αυξήθηκε με την υπερκατανάλωση των light προϊόντων. Επομένως, όπως όλες οι γλυκαντικές ουσίες, έτσι και οι παραπάνω πρέπει να καταναλώνονται με μέτρο.