Οι άνθρωποι και κυρίως οι νέοι, που πάσχουν από ήπιας μορφής ελεγχόμενο άσθμα, δεν χρειάζεται ίσως να χρησιμοποιούν κάθε μέρα το εισπνεόμενο σπρέι με κορτικοστεροειδή.

Μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σε μερικές περιπτώσεις, είναι δυνατό να επιτευχθεί αντιμετώπιση των συμπτωμάτων του άσθματος χωρίς καθημερινή δόση σπρέι.

Οι ερευνητές του πανεπιστημίου της Αριζόνα, με επικεφαλής τον καθηγητή Φερνάντο Μαρτίνεθ, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο ιατρικό περιοδικό “The Lancet”, σύμφωνα με το BBC, θεωρούν ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα στον τρόπο με τον οποίο που σήμερα αντιμετωπίζεται το άσθμα, σε ορισμένες τουλάχιστον περιπτώσεις. Δύο ειδών σπρέι χορηγούνται συνήθως: τα ανακουφιστικά όταν ο ασθενής δυσκολεύεται να αναπνεύσει και τα προληπτικά που συνήθως λαμβάνονται δύο φορές την μέρα, πρωί και βράδυ. Πολλά παιδιά όμως σταματάνε ή ξεχνάνε να παίρνουν το προληπτικό σπρέι, όταν τα συμπτώματά τους υποχωρούν.

Το άσθμα προκαλεί φλεγμονή στους αεραγωγούς των πνευμόνων, που στενεύουν, παράγουν κολλώδη βλέννα και καθιστούν λιγότερο ή περισσότερο δύσκολη την αναπνοή. Εκατομμύρια άνθρωποι, μικροί και μεγάλοι, σε όλο τον κόσμο, ιδίως στις ανεπτυγμένες χώρες, υποφέρουν από την πάθηση.

Οι αμερικανοί γιατροί έκαναν πειράματα, επί 44 εβδομάδες, με 288 παιδιά και εφήβους που είχαν μέτριο αλλά επίμονο άσθμα. Η μελέτη έδειξε ότι η λήψη σπρέι με κορτικοστεροειδή δύο φορές την μέρα παραμένει η πιο αποτελεσματική θεραπεία. Όμως όσα παιδιά έκαναν την θεραπεία ανελλιπώς, ψήλωσαν κατά μέσο όρο 1,1 εκατοστό λιγότερο σε σχέση με τα παιδιά που δεν εισέπνεαν το σπρέι.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το άσθμα ήταν βαθμιαία δυνατό να τεθεί υπό έλεγχο χωρίς καθημερινές εισπνοές, αν τα κορτικοστεροειδή του προληπτικού σπρέι συνδυάζονταν με το ανακουφιστικό σπρέι, πράγμα που εξαφάνιζε την επίπτωση για την μειωμένη ανάπτυξη του παιδιού. Ο καθηγητής Μαρτίνεθ είπε ότι θα χρειαστούν πάντως και άλλες μελέτες για να επιβεβαιώσουν τα ευρήματά του.

Η βρετανική οργάνωση για το άσθμα Asthma UK επεσήμανε ότι η καθημερινή θεραπεία παραμένει η πιο αποτελεσματική θεραπεία και, σε κάθε περίπτωση, οι ασθενείς θα πρέπει να συμβουλεύονται τον γιατρό τους για οποιαδήποτε αλλαγή στη δοσολογία.