Σε μία τυχαία ημέρα, περίπου 80.000 ασθενείς στην Ευρώπη μολύνονται από κάποιο ενδονοσοκομειακό μικρόβιο –συχνά ενώ νοσηλεύονται στην εντατική–, αναφέρει σε έκθεσή του που δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων (ECDC).

Παρότι κάποιες από αυτές τις ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις μπορούν να θεραπευτούν εύκολα, άλλες, όπως το επικίνδυνο και υπερανθεκτικό μικρόβιο MRSA και άλλα ανθεκτικά στα φάρμακα μικρόβια, μπορεί να αποδειχτούν μοιραία για την ζωή των ασθενών ή να την επηρεάσουν σημαντικά και να χρειαστούν πολλοί μήνες δαπανηρής νοσοκομειακής περίθαλψης και φαρμακευτικής αγωγής για την καταπολέμησή τους.

Σε έρευνά του, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων διαπίστωσε ότι σε μία τυχαία ημέρα, ένας στους 18 ασθενείς σε ευρωπαϊκά νοσοκομεία μολύνεται με τουλάχιστον ένα ενδονοσοκομειακό μικρόβιο, ποσοστό που αντιστοιχεί σε περίπου 3,2 εκατομμύρια ασθενείς τον χρόνο.

«Οι ενδονοσοκομειακές λοιμώξεις συνιστούν μεγάλο κίνδυνο για την δημόσια υγεία και απειλή για τους ευρωπαίους ασθενείς», δήλωσε ο διευθυντής του ECDC, που εδρεύει στη Στοκχόλμη, ο Μαρκ Σπρένγκερ.

Όπως είπε ο ίδιος, πολλές από αυτές τις λοιμώξεις μπορούν να αποφευχθούν μέσω προγραμμάτων ελέγχου καλά σχεδιασμένων, συστηματικών και πολυσύνθετων και έκανε έκκληση προς τα νοσοκομεία να εντείνουν τις προσπάθειες σε αυτή την κατεύθυνση.

«Τέτοια προγράμματα, όπως και η συνετή χρήση των αντιβιοτικών, θα βοηθήσουν όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές να προστατεύσουν τους ασθενείς (που νοσηλεύονται) σε ευρωπαϊκά νοσοκομεία», αναφέρει σε ανακοίνωσή του.

Τον περασμένο χρόνο, το ECDC προειδοποίησε ότι οι γιατροί όλο και συχνότερα καταφεύγουν ως τελευταία λύση ανάγκης στα αντιβιοτικά εξαιτίας της αυξανόμενης ανθεκτικότητας που παρουσιάζουν στην Ευρώπη οι λοιμώξεις από υπερανθεκτικά μικρόβια–πολλά εκ των οποίων ενδονοσοκομειακά.

Η τελευταία αυτή έρευνα, η πραγματοποιήθηκε σε 1.000 νοσοκομεία σε 30 ευρωπαϊκές χώρες, διαπίστωσε ότι τα υψηλότερα ποσοστά ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων παρατηρούνται μεταξύ ασθενών στην εντατική μονάδα θεραπείας όπου το 19,5% των ασθενών έχει μολυνθεί τουλάχιστον με ένα ενδονοσοκομειακό μικρόβιο.

Οι συνηθέστεροι τύποι λοίμωξης είναι του αναπνευστικού, όπως η πνευμονία, και οι λοιμώξεις του αίματος.

Αυτές συχνά προκαλούνται από τα βακτηρίδια Klebsiella pneumoniae και E.coli, τα οποία έχουν αμφότερα επιδείξει ανθεκτικότητα σε κάποια από τα ισχυρότερα αντιβιοτικά.

Μεταξύ των συνολικά 15.000 καταγεγραμμένων ενδονοσοκομειακών λοιμώξεων συχνά εμφανίζονται και μετεγχειρητικές ή λοιμώξεις του ουροποιητικού συστήματος. Πολλές λοιμώξεις αποδεικνύεται ότι οφείλονται σε υπερανθεκτικά στα αντιβιοτικά μικρόβια, προκύπτει από την έρευνα.

Ανάμεσα σε όλες τις λοιμώξεις με βακτηρίδια του χρυσίζοντος σταφυλόκοκκου (Staphylococcus aureus) για τις οποίες πραγματοποιήθηκε πλήρης εξέταση, ποσοστό μεγαλύτερο του 40% αποδείχτηκαν ανθεκτικά στην μεθικιλίνη- με λίγα λόγια επρόκειτο για λοιμώξεις MRSA, ανακοίνωσε το ECDC.

Παγκοσμίως, το υπερανθεκτικό μικρόβιο MRSA μολύνει περίπου 53 εκατομμύρια ανθρώπους κάθε χρόνο και η θεραπεία του κοστίζει περισσότερο από 20 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως.

Περί τους 20.000 ανθρώπους πεθαίνουν από αυτό κάθε χρόνο στις ΗΠΑ και παρεμφερής είναι ο αριθμός των θυμάτων στην Ευρώπη.

Η ευρωπαία επίτροπος υγείας και καταναλωτών Πάολα Τεστόρι Κότζι δήλωσε ότι τα ευρήματα της ευρωπαϊκής έρευνας είναι «ανησυχητικά» και κάλεσε τις υγειονομικές αρχές να κάνουν περισσότερα για να προστατεύσουν τους ασθενείς στα νοσοκομεία και να εντείνουν τις προσπάθειες για την αντιμετώπιση της ανθεκτικότητας των μικροβίων στα αντιβιοτικά.

Η ανθεκτικότητα στα φάρμακα προκαλείται από την κακή ή υπερβολική χρήση αντιβιοτικών, που κάνει τα βακτηρίδια να αναπτύσσουν νέους τρόπους για να «νικήσουν».

Οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι τα νοσοκομεία συχνά ευθύνονται για την υπερβολική χρήση αντιβιοτικών, τα οποία χορηγούν χωρίς προηγουμένως να έχουν διαπιστώσει ποια φάρμακα είναι όντως απαραίτητα για τη θεραπεία.