Πολύ συχνά βλέπουμε στα σούπερ μάρκετ να προωθούνται σκευάσματα γιαουρτιού ή γάλακτος εμπλουτισμένα με προβιοτικά. Τι είναι όμως τα προβιοτικά και πώς βοηθούν τον ανθρώπινο οργανισμό; 

Τα προβιοτικά είναι ζωντανοί μικροοργανισμοί (φιλικά βακτήρια) που υπάρχουν σε συγκεκριμένα προϊόντα και με την είσοδό τους στον ανθρώπινο οργανισμό επωφελούν την υγεία του ατόμου. 

Τα προβιοτικά υπάρχουν και ως συμπληρώματα διατροφής (σε μορφή χαπιών) στην αγορά. Οι δύο πιο συνήθεις μικροοργανισμοί που χρησιμοποιούν οι διάφορες εταιρείες τροφίμων για εμπλουτισμό των τροφίμων, είναι βακτηριακά στελέχη Lactobacillus και bifidobacterium.

Η κατανάλωση προβιοτικών έχει αποδειχθεί ότι είναι χρήσιμη σε διάφορες περιπτώσεις. Διασφαλίζουν την ισορροπία της εντερικής χλωρίδας, ενισχύουν το ανοσοποιητικό σύστημα, συμβάλλουν στην καλύτερη απορρόφηση των μικροθρεπτικών συστατικών, όπως το ασβέστιο και το μαγνήσιο, προφυλάσσουν από μολύνσεις και την ανάπτυξη παθογόνων μικροβίων, και παρουσιάζουν και αντικαρκινική δράση. Επιπλέον, παρά τις πολλαπλές τους δράσεις, έχει αποδειχθεί ότι συμβάλλουν θετικά στο μεταβολισμό των λιπιδίων από το συκώτι.

Τα ποσοστά παχυσαρκίας στις μέρες μας αυξάνονται με δραματικούς ρυθμούς (για παράδειγμα το 1980 6% του πληθυσμού παγκόσμια ήταν παχύσαρκοι, ενώ στοιχεία από το 2008 δείχνουν το ποσοστό αυτό να ανέρχεται στο 12%), γεγονός το οποίο είναι ανησυχητικό, αφού η παχυσαρκία συσχετίζεται με την ανάπτυξη διάφορων χρόνιων ασθενειών, όπως ο διαβήτης, η υπέρταση, ο καρκίνος, η νεφροπάθεια, η καρδιοπάθεια και άλλα. Ποια η σχέση λοιπόν των προβιοτικών και της απώλειας βάρους; Τα εντερικά βακτήρια, καθώς επίσης και τα προβιοτικά, βοηθούν στη ρύθμιση του σωματικού βάρους, επειδή συμβάλλουν στη μείωση των επιπέδων των λιποπρωτεϊνών.

Μία έρευνα από τον Takemura και τους συνεργάτες του (2010) εξέτασε τη δράση του βακτηρίου Lactobacillus plantarum strain No. 14 (LP14), το οποίο φάνηκε να μειώνει το ποσοστό λίπους σε υγιή άτομα.

Οι ερευνητές χώρισαν θηλυκά ποντίκια (C57BL/6) σε δύο ομάδες. Στην μία ομάδα έδιναν κανονική διατροφή σε λίπος και στην άλλη έδιναν διατροφή υψηλή σε λίπος. Στη συνέχεια, καθεμιά από τις δύο αυτές ομάδες διαχωρίστηκαν σε δύο υποομάδες. Στην μια υποομάδα χορηγούσαν ενδογαστρικά 0.2ml ρυθμισμένο με φωσφορικό αλατούχο διάλυμα (PBS), που περιείχε λυοφιλισμένη σκόνη LP14 (1x108 CFU) και στην άλλη υποομάδα έδιναν 0.2ml αλατόνερο ρυθμισμένο με φωσφορικό, που περιείχε δεξτρίνη (control group).

Για 11 εβδομάδες γινόταν εβδομαδιαία παρακολούθηση του βάρους των ποντικιών. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η ομάδα των ποντικιών που τρεφόταν αποκλειστικά με διατροφή υψηλή σε λίπος είχε αυξημένο σωματικό βάρος, αυξημένο βάρος του λιπώδους ιστού, αυξημένο μέγεθος λιποκυττάρων (κατά μέσο όρο), αυξημένα επίπεδα ολικής χοληστερόλης στο αίμα, αυξημένη συγκέντρωση λεπτίνης, καθώς και μειωμένη συγκέντρωση αδιπονεκτίνης στο αίμα. 

Αντίθετα, τα ποντίκια που τρέφονταν με διατροφή υψηλή σε λίπος και LP14, παρουσίασαν σημαντικά κατά μέσο όρο μειωμένο μέγεθος λιποκυττάρων, έτειναν να έχουν μειωμένο βάρος του λιπώδους ιστού, μειωμένο επίπεδα ολικής χοληστερόλης στο αίμα, καθώς και συγκέντρωση λεπτίνης. Επίσης, αξίζει να σημειωθεί ότι μεταξύ των υποομάδων των ποντικιών που τρέφονταν με κανονική διατροφή σε λίπος δεν παρατηρήθηκε σημαντική διαφορά στο μέγεθος των λιποκυττάρων.

Μια άλλη επιστημονική μελέτη, έδειξε ότι η εντερική χλωρίδα των παχύσαρκων ατόμων, διαφέρει από αυτή των ατόμων με κανονικό σωματικό βάρος. Η μελέτη αυτή έδειξε ότι η απώλεια βάρους από τα παχύσαρκα άτομα βοήθησε στην επαναφορά της εντερικής χλωρίδας, σε κατάσταση όμοια με αυτή των ατόμων με κανονικό σωματικό βάρος.

Ακολούθως, και βάσει των πιο πάνω αποτελεσμάτων, πραγματοποιήθηκε μία έρευνα, όπου ερευνητές απέδειξαν πειραματικά, ότι η κατανάλωση γιαουρτιού με προβιοτικά συνέβαλε σημαντικά στη μείωση της λιπώδους μάζας.

Έχοντας όμως υπόψη μας ότι αυτός ο τομέας έρευνας είναι σχετικά καινούριος, χρειάζονται περισσότερες επιστημονικές μελέτες για ένα καλύτερο και πιο ισχυρό συμπέρασμα.