Συνήθως πιστεύουμε ότι οι παχύσαρκοι πρέπει να λύσουν το πρόβλημά τους τρώγοντας λιγότερο και κάνοντας περισσότερη άσκηση.

Από την άλλη, όμως, πιστεύουμε ότι οι αλκοολικοί, ως εθισμένοι στο αλκοόλ, χρειάζονται θεραπεία. Ισως όμως, οι δύο διαταραχές να μη διαφέρουν πάρα πολύ, λένε τώρα οι επιστήμονες. Ισως οι τροφές στον σημερινό κόσμο των γλυκών, αλμυρών και λιπαρών φαστ φουντ να είναι στην πραγματικότητα κάτι εξίσου εθιστικό με το αλκοόλ. Μια μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στην επιθεώρηση «Archives of general Psychiatry» εξέτασε τις νευροβιολογικές ομοιότητες μεταξύ συμπεριφορών που οδηγούν στην παχυσαρκία και αυτών που οδηγούν στην κατάχρηση ουσιών.

Οι ερευνητές από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον στο Σεν Λούις αξιολόγησαν σε δύο μεγάλες έρευνες αντιπροσωπευτικά εθνικά δείγματα αμερικανών ενηλίκων σε σχέση με το ιστορικό αλκοολισμού στην οικογένειά τους και τον Δείκτη Μάζας Σώματός τους.  Κάθε μελέτη περιελάμβανε 40.000 ενηλίκους. Η έρευνα έγινε το 2001- 2002 και αποκάλυψε ότι οι ενήλικοι με ιστορικό αλκοολισμού στην οικογένειά τους βρέθηκαν να έχουν κατά 30%-40% περισσότερες πιθανότητες να είναι παχύσαρκοι σε σχέση με όσους δεν είχαν οικογενειακά περιστατικά. Οι γυναίκες ήταν σε ιδιαίτερα υψηλό κίνδυνο (κατά 50% περισσότερες πιθανότητες να είναι παχύσαρκες, έναντι 26% των ανδρών).

Ο καθηγητής Ψυχιατρικής και επικεφαλής της μελέτης δρ Ρίτσαρντ Κρούτζα λέει ότι το διατροφικό περιβάλλον μας, που προάγει την παχυσαρκία, έχει αλλάξει μεταξύ των δύο μελετών. «Ο πιο πιθανός ένοχος», λέει, «είναι η φύση της τροφής που τρώμε και η ιδιότητά της να προσελκύει τα συστήματα ανταμοιβής στον εγκέφαλο, που είναι μέρη του εγκεφάλου που εμπλέκονται στον εθισμό».

Ορισμένα τρόφιμα φορτωμένα με ζάχαρη, αλάτι και λίπος και ιδιαίτερα διαμορφωμένα ώστε να αρέσουν στους καταναλωτές μπορεί να αποτελούν το σύνθημα που πυροδοτεί την υπερφαγία σε ανθρώπους με προδιάθεση σε εθισμούς, προσελκύοντας τα πρωτόγονα κέντρα της ανταμοιβής στον εγκέφαλο και ενδυναμώνοντας την εθιστική συμπεριφορά.

Οι τύποι αυτοί των τροφών, που ο πρώην εκπρόσωπος της Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων των ΗΠΑ (FDA) δρ Ντέιβιντ Κέσλερ έχει ονομάσει «υπεργευστικά», ενισχύουν την υπερφαγία, σε σχέση λ.χ. με τα πράσινα λαχανικά, και είναι σήμερα πιο εύκολα διαθέσιμα απ’ ό,τι στο παρελθόν.

Στο βιβλίο του «Το τέλος της υπερφαγίας», ο δρ Κέσλερ περιγράφει το πώς αυτά τα πολύ εύγευστα τρόφιμα – το είδος που σερβίρονται στα φαστ φουντ και στις αλυσίδες εστιατορίων – αλλάζουν τη χημεία του εγκεφάλου, πυροδοτώντας μια νευρολογική ανταπόκριση που διεγείρει τους ανθρώπους να τρώνε περισσότερο φαγητό, ακόμα κι αν δεν πεινούν.

«Η αίσθηση που έχουν ορισμένοι άνθρωποι ότι δεν μπορούν να ελέγξουν την πρόσληψη τροφής μπορεί να είναι πράγματι αληθινή», γράφει, «γιατί αυτά τα πλούσια, γλυκά και λιπαρά φαγητά διεγείρουν τον εγκέφαλο να παράγει ντοπαμίνη, έναν νευροδιαβιβαστή που σχετίζεται με το κέντρο της ευχαρίστησης. Κατά τη διαδικασία αυτή, επαναπρογραμματίζουν τον εγκέφαλο, ώστε τα μονοπάτια της ντοπαμίνης να ‘’ανάβουν’’ ακόμα και με τη σκέψη ότι τρώνε τέτοιες τροφές».

Δεν είναι ένα μόνο γονίδιο υπεύθυνο που κάνει κάποιον παχύσαρκο ή αλκοολικό, κατά τον δρα Κρούτζα. «Οι άνθρωποι, όμως, που τρώνε ή πίνουν υπερβολικά μπορεί να μοιράζονται κοινά χαρακτηριστικά, όπως την απώλεια του ελέγχου των παρορμήσεων και την ανικανότητα να σταματούν όταν αρχίζουν, ένα είδος απώλειας του σινιάλου για το τέλος της κατανάλωσης», επισημαίνει. Το στρες βέβαια έχει βρεθεί ότι εμπλέκεται επίσης και στις δύο συμπεριφορές.

Κληρονομική… απόλαυση

«Είναι γνωστό στους ειδικούς ότι οι υδατάνθρακες (στους οποίους περιλαμβάνονται η ζάχαρη και τα γλυκά) δημιουργούν ακατανίκητη επιθυμία για κατανάλωσή τους ιδίως σε όσους προσπαθούν να κάνουν δίαιτα», λέει ο ψυχίατρος Φραγκίσκος Γονιδάκης, από τη Μονάδα Διαταραχών Πρόσληψης Τροφής της Α’ Ψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο.  «Οι τροφές αυτές κινητοποιούν στον εγκέφαλο το κύκλωμα που έχει σχέση με την ηδονή, δηλαδή τα κυκλώματα της ανταμοιβής και της ευχαρίστησης, που έχουν σχέση με την εθιστική συμπεριφορά». Ο κ. Γονιδάκης διευκρινίζει ότι τον εθισμό εδώ δεν προκαλεί μία ουσία, όπως είναι η ηρωίνη, αλλά η ίδια η ευχαρίστηση που προκαλεί η τροφή. «Είμαστε απόγονοι των.. λιχούδηδων!», λέει. «Δηλαδή, όλων των ανθρώπων που έως το 1950 θεωρούσαν πρώτη προτεραιότητα το φαγητό και αντλούν μεγάλη ευχαρίστηση από αυτό. Γι’ αυτούς, η επάρκεια σε φαγητό σήμαινε την επιβίωση, ενώ σήμερα ισχύει το ανάποδο: επιβιώνουν περισσότερο όσοι δεν έχουν το φαγητό ως κεντρική ιδέα στη ζωή τους και τρώνε λιγότερο».

Ολοι μας έχουμε βιολογική προδιάθεση να προτιμάμε τροφές που έχουν γλυκιά γεύση, αλλά υπάρχουν διακυμάνσεις μεταξύ μας όσον αφορά την επιθυμία αυτή, οι οποίες εξαρτώνται από τα γονίδιά μας.

«Εχουμε γονιδιακά την τάση να μας αρέσει η γλυκιά γεύση, οποιαδήποτε τροφή διεγείρει τους υποδοχείς του γλυκού στον εγκέφαλό μας», εξηγεί ο κ. Γονιδάκης. «Γι’ αυτό και στα junk food, που είναι φτιαγμένα για να είναι αποδεκτά από όλους, βάζουν ζάχαρη στο ψωμί του χάμπουργκερ, στην κέτσαπ, ακόμα και στο κρέας». Επιπλέον, όσοι τρώνε συναισθηματικά (emotional overeating) έχει βρεθεί ότι αναζητούν τις έντονες γεύσεις, όπως εκείνες στις πολύ γλυκές, πολύ αλμυρές ή πολύ λιπαρές τροφές.

Η αντιμετώπιση

Πώς μπορεί κανείς να δραπετεύσει από τον εγκλωβισμό στον φαύλο κύκλο των εθιστικών τροφών; «Δεν έχουμε βρει τρόπο που να είναι αποτελεσματικός για μεγάλο αριθμό ανθρώπων, ο οποίος να οριοθετεί την κατανάλωση του φαγητού», λέει ο κ. Γονιδάκης. «Δεν υπάρχει ψυχιατρική ή διατροφική μέθοδος που να αλλάζει τις διατροφικές συνήθειες. Συνδυάζουμε στην παρέμβασή μας δύο τεxνικές: 1) Βοηθάμε τον ασθενή να θέσει ένα μέτρο στο πόσο συχνά, πόσο έντονα και πόσο πολύ, όσον αφορά την κατανάλωση αυτών των τροφών. 2) Τον βοηθάμε να εστιάσει σε άλλες ευχαριστήσεις της ζωής, κυρίως σε όσους τρώνε συναισθηματικά».

«Είμαστε όλοι πια εθισμένοι», τονίζει ο καθηγητής Προληπτικής Ιατρικής και Διατροφής του Πανεπιστημίου Κρήτης Αντώνης Καφάτος, «καθώς όλα τα επεξεργασμένα τρόφιμα περιέχουν πολλή ζάχαρη, αλάτι και λίπος. Το 40% π.χ. του αλατιού που παίρνουμε, το τρώμε μέσω του ψωμιού!».

Η θεωρία αυτή πάντως δεν ήταν άγνωστη στους ειδικούς. «Γι’ αυτό δεν συνιστούμε στα πολύ παχύσαρκα άτομα, που είναι εθισμένα στις τροφές αυτές, την εγχείρηση του δακτυλίου (που προϋποθέτει μετά αποχή από λιπαρές και γλυκές τροφές ), αλλά διαφορετικά είδη εγχειρήσεων για την παχυσαρκία, που ελαττώνουν τα ερεθίσματα για πρόσληψη τροφής στα κέντρα του εγκεφάλου».

Εξάρτηση από… κούνια

Η εξάρτηση αρχίζει από τους πρώτους μήνες της ζωής. «Μελετήσαμε δύο βρεφικές κρέμες και βρήκαμε ότι περιέχουν κατά 17% ζάχαρη, ενώ δεν το γράφουν (στην επιγραφή αναγράφουν απλώς «υδατάνθρακες)», λέει ο κ. Καφάτος. «Επιπλέον, περιείχαν κακής ποιότητας λιπαρά και αλάτι, ενώ δεν περιείχαν ίνες. Ετσι, τα παιδιά εθίζονται από βρέφη στις γλυκές και λιπαρές γεύσεις».

Η απεξάρτηση είναι δύσκολη, όπως συμβαίνει και με το τσιγάρο, σύμφωνα με τον κ. Καφάτο. «Χρειάζεται ισχυρή θέληση και συνεχή επαγρύπνηση», λέει. «Υστερα από τις πρώτες εβδομάδες, μπορεί κανείς να δεχθεί πιο εύκολα για κολατσιό το φρούτο αντί για τη σοκολάτα. Η πιο αποτελεσματική πάντως πολιτική είναι αυτή που αρχίζει από τα νηπιαγωγεία και τα σχολεία, όπως έχουν αποδείξει οι μελέτες μας».

Το αμαρτωλό τρίπτυχο (ζάχαρη, αλάτι, λίπος), που προκαλεί τον εθισμό, περιέχουν – όπως αναφέρει ο κλινικός διαιτολόγος, αντιπρόεδρος του Ελληνικού Ινστιτούτου Διατροφής Κωνσταντίνος Ξένος – πάρα πολλά τρόφιμα του εμπορίου, αν και συχνά δεν είναι φανερό. «Τέτοια τρόφιμα », λέει, «είναι τα μπισκότα, τα κρουασάν, τα γλυκά που περιέχουν παντεσπάνι, οι αλατισμένοι ξηροί καρποί και τα είδη φαστ φουντ».

Η σοκολάτα αποτελεί μόνη της ένα ιδιαίτερα εθιστικό τρόφιμο. Ενας νέος όρος έχει μάλιστα καθιερωθεί ειδικά για τη σοκολάτα, για να αποδώσει την εμμονή που έχουν σ’ αυτήν πολλοί άνθρωποι: chocoholic (ο εθισμένος στη σοκολάτα).

Οι ερευνητές έχουν εξετάσει κάθε συστατικό της σοκολάτας, από το αμινοξύ τρυπτοφάνη και τη θεοβρωμίνη, έως τη φαινυλαιθυλαμίνη και την ανανδαμίδη. «Ακόμα παραμένει αναπάντητο το ερώτημα», λέει ο κ. Ξένος. «Μια μελέτη από τους Michener και Rozin έδειξε ότι ο εθισμός στη σοκολάτα μάλλον οφείλεται στη μοναδική γευστική εμπειρία που προσφέρει και όχι σε κάποιο συστατικό της που επιδρά βιοχημικά στον εγκέφαλο».