Η μεσογειακή διατροφή δίνει λύση στο σακχαρώδη διαβήτη

Η μεσογειακή διατροφή δίνει λύση στο σακχαρώδη διαβήτη

Ο σακχαρώδης διαβήτης αποτελεί μια χρόνια διαταραχή του μεταβολισμού τόσο των υδατανθράκων, όσο και των πρωτεϊνών και των λιπιδίων.

Ο επιπολασμός του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2, έχει μια σταθερά ανοδική πορεία στις βιομηχανικές χώρες, όχι μόνο λόγω γενετικής προδιάθεσης, αλλά και λόγω άλλων παραγόντων, όπως η παχυσαρκία και η ελλιπής φυσική δραστηριότητα. Συνυπάρχει συνήθως με δυσλιπιδαιμίες, ενώ σχετίζεται επίσης, με σημαντικά αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης της αρτηριοσκλήρυνσης, των καρδιαγγειακών νοσημάτων και άλλων κλινικών επιπλοκών, όπως της μικροαγγειοπάθειας, των νεφρικών παθήσεων, της νευροπάθειας και της υπέρτασης.

Η διατροφή αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο στη θεραπεία του διαβητικού ασθενή, με κύριο μέλημα τη διατήρηση των επιπέδων γλυκόζης σε φυσιολογικά ή σχεδόν φυσιολογικά επίπεδα, τη βελτιστοποίηση των συγκεντρώσεων λιπιδίων και λιποπρωτεϊνών στο αίμα, την επίτευξη ενός υγιούς σωματικού βάρους, την πρόληψη και τη θεραπεία των επιπλοκών του διαβήτη και τη συνολική βελτίωση της υγείας.

Η παραδοσιακή μεσογειακή διατροφή αποτελεί πρότυπο διατροφής και περιλαμβάνει: άφθονες φυτικές τροφές (φρούτα, λαχανικά, ψωμί και άλλα προϊόντα δημητριακών, πατάτες, όσπρια, ξηρούς καρπούς), γαλακτοκομικά προϊόντα (κυρίως τυρί και γιαούρτι) καθημερινά, σε μικρές έως μέτριες ποσότητες, ψάρια και πουλερικά σε μικρές έως μέτριες ποσότητες, κόκκινο κρέας σε μικρές ποσότητες έως και μια φορά το μήνα, μικρή κατανάλωση αλκοόλ (κόκκινο κρασί) και καθημερινή κατανάλωση ελαιολάδου.

Με αυτή τη σύνθεση, αυτό το είδος της διατροφής, ικανοποιεί όλες τις προϋποθέσεις μιας επαρκούς δίαιτας για διαβητικούς, διότι έχει την απαιτούμενη χαμηλή περιεκτικότητα σε κορεσμένα λιπαρά οξέα και χοληστερόλη, ενώ οι υδατάνθρακες προέρχονται κυρίως από πλούσιους σε ίνες σύνθετους υδατάνθρακες. Η καθημερινή κατανάλωση ελαιολάδου, συνεπάγεται υψηλή περιεκτικότητα της δίαιτας σε μονοακόρεστα λιπαρά οξέα, η οποία κυμαίνεται μεταξύ του 15%- 20% των θερμίδων.

Δίαιτες πλούσιες σε υδατάνθρακες (50-60% των συνολικών ημερήσιων θερμίδων), μειωμένου συνόλου λιπαρών (<30%) και χαμηλής περιεκτικότητας σε κορεσμένα λιπαρά (<10% του θερμιδικού συνόλου), προτείνονται ευρέως ως διατροφική αγωγή για διαβητικούς ασθενείς τύπου 2.

Μελέτες που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια, αναφέρονται στις πιθανές ευεργετικές επιδράσεις μιας δίαιτας όπως η μεσογειακή, με τα χαρακτηριστικά που αναφέρθηκαν παραπάνω, στη ρύθμιση του διαβήτη. Συγκεκριμένα, σε μελέτη φάνηκε ότι, σε σύγκριση με μια διατροφή υψηλής περιεκτικότητας σε μονοακόρεστα λιπαρά οξέα, η πλούσια σε υδατάνθρακες δίαιτα μπορεί να προκαλέσει μεγαλύτερη αύξηση των συγκεντρώσεων τριγλυκεριδίων στο αίμα και αντίστοιχη μείωση στα επίπεδα χοληστερόλης υψηλής πυκνότητας (και οι δύο δίαιτες ήταν χαμηλές σε κορεσμένα λιπαρά).

Από την άλλη πλευρά, οι πλούσιες σε μονοακόρεστα δίαιτες, επέφεραν σημαντική μείωση των τριγλυκεριδίων στο αίμα κατά τη νηστεία, καθώς και των συγκεντρώσεων χοληστερόλης πολύ χαμηλής πυκνότητας, αύξηση των τιμών χοληστερόλης υψηλής πυκνότητας και καμία μεταβολή στα επίπεδα χοληστερόλης χαμηλής πυκνότητας. 

Παράλληλα, οι πλούσιες σε μονοακόρεστα δίαιτες είχαν ως αποτέλεσμα πιο ευνοϊκή ρύθμιση της γλυκαιμίας στο αίμα. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν μελέτες που δείχνουν ότι, οι ασθενείς με διαβήτη, που ακολουθούν διατροφή πλούσια σε υδατάνθρακες, μπορεί να μη σημειώσουν αύξηση στα επίπεδα των τριγλυκεριδίων ή της γλυκόζης, αν η διατροφή τους είναι πλούσια σε φυτικές ίνες.

Σε μια πρόσφατη μεταανάλυση από τον Garg, συνοψίστηκαν τα αποτελέσματα των διαθέσιμων ως τώρα τυχαιοποιημένων μελετών με ανταλλαγή ομάδων, στις οποίες εφαρμόστηκαν ισοθερμιδικές δίαιτες, με διατήρηση του σωματικού βάρους. Στις μελέτες αυτές έχει γίνει σύγκριση της επίδρασης της διατροφής με υψηλή περιεκτικότητα σε υδατάνθρακες και της πλούσιας σε μονοακόρεστα δίαιτας στη θεραπεία των διαβητικών. 

Τα συμπεράσματα έδειξαν, ότι τόσο το λιπιδαιμικό, όσο και το γλυκαιμικό προφίλ μπορεί να βελτιωθούν περισσότερο με τις πλούσιες σε μονοακόρεστα δίαιτες, παρά με τις δίαιτες που περιέχουν υψηλά επίπεδα υδατανθράκων. Κατά μέσο όρο, ο πρώτος τύπος δίαιτας μείωνε τα επίπεδα των τριγλυκεριδίων στο αίμα κατά τη νηστεία σε ποσοστό 19% και της χοληστερόλης πολύ χαμηλής πυκνότητας κατά 22% και επέφερε μέτρια αύξηση της χοληστερόλης υψηλής πυκνότητας, χωρίς να επηρεάζει αρνητικά τις συγκεντρώσεις χοληστερόλης χαμηλής πυκνότητας. Η βελτίωση της γλυκαιμικής ρύθμισης κατά την πλούσια σε μονοακόρεστα διατροφή, δεν σχετιζόταν με μεταβολή της αντίστασης στην ινσουλίνη, αλλά με μείωση του φορτίου υδατανθράκων. 

Χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση της δυνατότητας αυτής της δίαιτας να βελτιώνει την αρτηριακή πίεση. Ως αποτέλεσμα της έρευνας, ο συγγραφέας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι, οι πλούσιες σε μονοακόρεστα δίαιτες μπορεί να συμβάλουν στη βελτίωση του λιποπρωτεϊνικού και γλυκαιμικού προφίλ σε ασθενείς που πάσχουν από διαβήτη.

Πηγή: mednutrition.gr

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο