Κάθε χρόνο η φυματίωση σκοτώνει περίπου δύο εκατομμύρια ανθρώπους. Πρόκειται για μία από τις συχνότερες λοιμώδεις νόσους στον κόσμο. Μεταδίδεται από άτομο σε άτομο αερογενώς, με σταγονίδια, τα οποία εκπέμπουν οι ασθενείς, όταν βήχουν, φτερνίζονται ή ομιλούν.

Παρά τα μέσα που διαθέτει σήμερα η ιατρική επιστήμη, η φυματίωση μετά το 1985 παρουσιάζεται απειλητική, είναι παγκόσμια πανδημία που πυροδοτείται και από την έξαρση του AIDS (η φυματίωση είναι η συχνότερη αιτία θανάτου των ατόμων που πάσχουν από AIDS), τη φτώχεια, την έλλειψη των υπηρεσιών υγείας και την εμφάνιση ανθεκτικών στα φάρμακα στελέχων του βάκιλου, που προκαλεί τη νόσο (ο αριθμός των ασθενών με πολυ-ανθεκτική στα φάρμακα φυματίωση -MDR-TB- αυξάνεται συνεχώς).

Ειδικά στον αναπτυσσόμενο κόσμο, η φυματίωση είναι νόσος που παγιδεύει τους ανθρώπους σε φαύλο κύκλο φτώχιας και αρρώστιας. Στις ανεπτυγμένες κοινωνίες η νόσος παρουσιάζει αύξηση των δεικτών της και πρέπει πλέον να υπάρξει ενεργοποίηση στους τομείς της ενημέρωσης, της πρόληψης και της αντιμετώπισης.

Η 24η Μαρτίου έχει καθιερωθεί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (Π.Ο.Υ.), ως Παγκόσμια Ημέρα κατά της Φυματίωσης. Για την αντιμετώπιση αυτής της μάστιγας, όλα τα συστήματα υγείας, παγκοσμίως, τέθηκαν σε επαγρύπνηση. Ο Οργανισμός εκπόνησε το πρόγραμμα DOTS (Directly Observed Therapy, Short Course - Πρόγραμμα Βραχυθεραπείας Υπό Άμεση Παρακολούθηση), που εφαρμόζεται σε 102 χώρες με διάφορες τροποποιήσεις.

Οι βασικές αρχές του προγράμματος είναι πέντε:

1. Κρατική μέριμνα.

2. Βελτιωμένος εργαστηριακός έλεγχος.

3. Άμεσα επιτηρούμενη θεραπεία διάρκειας 6 έως 8 μηνών σε όλους τους ασθενείς με θετικά πτύελα.

4. Δωρεάν αντιφυματικά φάρμακα.

5. Ύπαρξη συστήματος καταγραφής και αξιολόγησης της θεραπείας.

Για την αντιμετώπιση της πολυανθεκτικής φυματίωσης ανέπτυξε συμπληρωματικά το πρόγραμμα DOTS-plus για τις χώρες, που ήδη εφαρμόζουν το DOTS.

Περιοχές με σοβαρότερο πρόβλημα φυματίωσης είναι η Αφρική, η Ασία, η Ν. Αμερική, οι Δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, καθώς και τα περισσότερα από τα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης. Η μεταφορά της φυματίωσης στις ανεπτυγμένες χώρες γίνεται διεθνώς μέσω της μετανάστευσης ατόμων τα οποία είτε ήδη νοσούν, είτε έχουν μολυνθεί στη χώρα τους και εκδηλώνουν τη νόσο στη χώρα υποδοχής.

Στην Ελλάδα, από την εποχή που οι πνευμονολόγοι ιατροί ονομάζονταν πνευμονολόγοι - φυματιολόγοι έως σήμερα, η χώρα κατάφερε να ελέγξει το πρόβλημα. Ωστόσο, με την αυξημένη μετανάστευση κυρίως από χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ προς την Ελλάδα σε συνδυασμό με μία υστέρηση στο πρόγραμμα εμβολιασμού, από τα τέλη της δεκαετίας του '80 και μετά παρουσιάστηκε ήπια αύξηση των δεικτών της φυματίωσης.

Ωστόσο, σύμφωνα με στοιχεία του Κέντρου Ελέγχου Ειδικών Λοιμώξεων, τα τελευταία χρόνια με τη δραστηριοποίηση της επιστημονικής κοινότητας φαίνεται να επικρατεί πάλι τάση μείωσης της νόσου.

Η φυματίωση ονομάζεται και «νόσος των φτωχών», καθώς αναπτύσσεται σε δυσχερείς συνθήκες διαβίωσης και προτιμά τους οργανισμούς που είναι ήδη εξασθενημένοι από τις ασθένειες, τις κακουχίες και την ελλιπή διατροφή. Εικοσιδύο χώρες, κυρίως της υποσαχάριας Αφρικής και της νοτιοανατολικής Ασίας, συγκεντρώνουν 80% των περιστατικών. Αυτές οι χώρες χαρακτηρίζονται από φτώχεια, κακή διατροφή, κακές συνθήκες υγιεινής και υπερπληθυσμό. Στην υποσαχάρια Αφρική η εξάπλωση της νόσου συνεχίζεται με ρυθμό 10% ετησίως, υποβοηθούμενη από την επιδημία του AIDS που μαστίζει την περιοχή, ενώ παγκοσμίως ο ρυθμός είναι 3%.

Η φυματίωση μαστίζει την ανθρωπότητα για χιλιετίες. Υπολείμματα της νόσου βρέθηκαν στα οστά και στον θώρακα από Αιγυπτιακές μούμιες ηλικίας 3.000 ετών. Ο Ιπποκράτης και ο Γαληνός την περιέγραψαν και συμφώνησαν ότι η ανάπαυση και ο καθαρός αέρας παίζουν σημαντικό ρόλο στη θεραπεία της. Έπρεπε να φτάσει η ανθρωπότητα στον 16ο αιώνα για να τεθούν οι πρώτες υποψίες για τη μεταδοτικότητα της νόσου. Τότε εφαρμόστηκαν νόμοι στη λεκάνη της Μεσογείου που επέβαλαν την απομόνωση των πασχόντων. Ο ίδιος ο ενοχοποιητικός παράγοντας, το μυκοβακτηρίδιο της φυματίωσης, ανακαλύφτηκε από τον Koch το 1882.

Στο μεταξύ, ο συνωστισμός στις μεγάλες πόλεις και η εξαθλίωση των μαζών κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης είχε ως αποτέλεσμα τη μεγάλη διάδοση της νόσου. Η περίφημη «Λευκή Πανώλη», όπως ονομάστηκε, πιστεύεται ότι ήταν η κυριότερη αιτία θανάτου κατά το 19ο αιώνα. Ακολούθησε η σταδιακή βελτίωση των συνθηκών υγιεινής και η άνοδος του βιοτικού επιπέδου, ώστε στις ΗΠΑ η θνησιμότητα από 400/100.000 το 1830 να πέσει στα 200/100.000 το 1900. Η συνεχιζόμενη βελτίωση των συνθηκών ζωής κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα και η ανάπτυξη αποτελεσματικών αντιβιοτικών τη δεκαετία του '40 κατάφερε τελικά να θέσει τη νόσο στο περιθώριο στις αναπτυγμένες χώρες.

Τα συμπτώματα, που χαρακτηρίζουν τη νόσο, είναι επίμονος βήχας, αίσθημα κόπωσης, απώλεια βάρους, νυχτερινοί ιδρώτες, ανορεξία, δεκατική πυρετική κίνηση και αιμόπτυση. Αφού το άτομο νοσήσει και εφόσον δεν λάβει την κατάλληλη αγωγή, η νόσος δεν περιορίζεται στους πνεύμονες αλλά μπορεί να επεκταθεί κυριολεκτικά οπουδήποτε: οστά, νεφροί, έντερα, εγκέφαλος κ.ά..

Σήμερα, η φαρμακευτική αγωγή είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της θεραπείας της φυματίωσης. Η θεραπεία είναι χρονοβόρα. Κανονικά, λαμβάνονται αντιβιοτικά για έξι έως 12 μήνες για να καταστρέψουν τον βάκιλο.

Πολλοί ασθενείς, όμως, δυσκολεύονται να τηρήσουν την απαραίτητη αγωγή με αποτέλεσμα την ατελή θεραπεία τους. Πέρα από το γεγονός ότι θα υποτροπιάσουν και θα μεταδώσουν τη νόσο σε άλλους, ευνοούν την ανάπτυξη ανθεκτικών στα φάρμακα μικροβίων. Τα πολυανθεκτικά αυτά στελέχη απαιτούν περισσότερα και διαφορετικά φάρμακα με αρκετές παρενέργειες, για ακόμα μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Δυστυχώς, ο ρυθμός εμφάνισης της πολυανθεκτικής φυματίωσης αυξάνεται ανησυχητικά, χωρίς να υπάρχουν νέα αντιβιοτικά στον ορίζοντα.

Η φυματίωση είναι ασθένεια που προλαμβάνεται. Από άποψη δημόσιας υγείας, ο καλύτερος τρόπος για τον έλεγχο της φυματίωσης είναι η διάγνωση και η θεραπεία ατόμων με φυματίωση πριν αναπτύξουν ενεργή νόσο, ώστε να ληφθούν οι απαραίτητες προφυλάξεις.

Επίσης, υπάρχει και το εμβόλιο κατά της φυματίωσης το οποίο μπορεί να γίνει κατά την παιδική ηλικία, που είναι πιο αποτελεσματικό.