Η ορμόνη της αγάπης θεραπεύει την νευρική ανορεξία

Η ορμόνη της αγάπης θεραπεύει την νευρική ανορεξία

Η λεγόμενη «ορμόνη της αγάπης» ωκυτοκίνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί μελλοντικά για τη θεραπεία της νευρικής ανορεξίας, σύμφωνα με δύο νέες επιστημονικές έρευνες, μια βρετανική και μια νοτιοκορεατική.  

Η πρώτη μελέτη, με επικεφαλής την καθηγήτρια Τζάνετ Τρέζουρ του Ινστιτούτου Ψυχιατρικής του King’s College του Λονδίνου, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ψυχονευροενδοκρινολογίας "Psychoneuroendocrinology", σύμφωνα με το BBC, δείχνει ότι χάρη στην ωκυτοκίνη είναι δυνατό να επηρεαστούν θετικά οι ανορεξικοί άνθρωποι απέναντι στο φαγητό. 

Από νευρική ανορεξία πάσχουν περίπου 1 στα 150 νενανικής ηλικίας κορίτσια και, στη χειρότερη μορφή της, πέρα από την μεγάλη απώλεια βάρους, μπορεί να οδηγήσει στην αυτοκτονία. Επίσης, η διαταραχή αυξάνει τις ψυχολογικές δυσκολίες των ασθενών, το άγχος, την υπερευαισθησία και τα αρνητικά συναισθήματά τους, με αποτέλεσμα συχνά να οδηγεί στην κοινωνική απομόνωση. 

Η ωκυτοκίνη, που φυσιολογικά εκκρίνεται μετά τον τοκετό και κατά τον θηλασμό (για την ανάπτυξη του συναισθηματικού δεσμού μητέρας - παιδιού), καθώς και στη διάρκεια του σεξ και των ώριμων συναισθηματικών δεσμών μεταξύ των ανθρώπων, έχει αρχίσει να δοκιμάζεται ως συνθετικό προϊόν για τη θεραπεία διαφόρων ψυχικών διαταραχών, ενώ έχει ήδη αποδειχτεί ότι μειώνει την κοινωνική απομόνωση των ατόμων με αυτισμό. 

Στη νέα μελέτη, 31 ανορεξικοί ασθενείς και 33 υγιείς (για λόγους σύγκρισης) πήραν είτε μια δόση της ορμόνης μέσω ρινικού σπρέι, είτε εικονικό φάρμακο (πλασέμπο). Στη συνέχεια, οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να δουν εικόνες φαγητών (με πολλές ή λίγες θερμίδες) και σωμάτων (παχουλών και αδύνατων). Όπως διαπιστώθηκε, οι ανορεξικοί που είχαν πάρει την ωκυτοκίνη, εμφάνισαν λιγότερο αρνητικές αντιδράσεις απέναντι στις τροφές με πολλές θερμίδες και στα παχουλά σώματα. 

Παρόμοια θετικά συμπεράσματα για την ορμόνη εξήχθησαν και από τη δεύτερη κορεατική μελέτη, με τη συμμετοχή των ίδιων ατόμων και με επικεφαλής την καθηγήτρια Γιουλ-Ρι Κιμ του Πανεπιστημίου της Σεούλ, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "PLoS One".

Εγγραφείτε στο newsletter μας

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα, αποκλειστικά ρεπορταζ και ειδήσεις απο όλο τον κόσμο