Θεσσαλονίκη — Επίκαιρο όσο ποτέ είναι το θέμα της άσκησης των παιδιών, σε μια εποχή, στην οποία τα ποσοστά της παχυσαρκίας παίρνουν ανησυχητικές διαστάσεις.

Τι είδους, όμως, άσκηση πρέπει να κάνει ένα παιδί; Ποια είναι η άσκηση που χρειάζεται; Πόσο μπορεί η άσκηση να επηρεάζει τα βιολογικά του χαρακτηριστικά, που καθορίζονται από το γενετικό κώδικα;

Απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά δίνει ο καθηγητής επιστήμης φυσικής αγωγής και αθλητισμού στο ΤΕΦΑΑ του ΑΠΘ, Χρήστος Κοτζαμανίδης.

«Το παιδί αρέσκεται στις γρήγορες και εκρηκτικές κινήσεις, αλλά δεν τού αρέσει η προπόνηση αντοχής και το συνεχές τρέξιμο. Όμως, χρειάζεται αυτό το είδος της άσκησης, που δεν τού αρέσει, διότι με την προπόνηση αντοχής και το τρέξιμο ενισχύεται το καρδιοαναπνευστικό σύστημα και αδυνατίζει. Κι αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, σήμερα, που τα ποσοστά της παιδικής παχυσαρκίας είναι πολύ αυξημένα στη χώρα μας. Το αδυνάτισμα, όμως, δεν επιτυγχάνεται με κάθε είδος άσκησης. Η προπόνηση, που βοηθά στην καταπολέμηση του πάχους, είναι η κολύμβηση, το τρέξιμο με χαμηλή ταχύτητα, το γρήγορο περπάτημα και το ποδήλατο, πάνω από 30 λεπτά ημερησίως. Επομένως, η χαμηλής έντασης και μεγάλης διάρκειας καθημερινή άσκηση λειτουργεί ωφέλιμα στο παιδί και τον ενήλικα», αναφέρει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ.Κοτζαμανίδης.

Σύμφωνα με τον καθηγητή, όλα τα παιδιά μπορούν ν' ασκούνται. «Βιολογικά δεν υπάρχει περιορισμός στην άσκηση, αλλά το είδος της άσκησης πρέπει να είναι αυτό που χρειάζονται. Δηλαδή, άλλο είναι το είδος άσκησης που χρειάζεται το παιδί που στοχεύει στον πρωταθλητισμό και άλλο το είδος που χρειάζεται το παιδί που απλώς θέλει να γυμνάζεται.

Για παράδειγμα, η προπόνηση με βάρη ή η προπόνηση αντοχής είναι αναγκαία, όταν το παιδί στοχεύει στον πρωταθλητισμό», εξηγεί ο κ.Κοτζαμανίδης.

Με την άσκηση μπορεί να βελτιωθεί η κινητική απόδοση, δεν μπορούν, όμως, ν' αλλάξουν χαρακτηριστικά, όπως, για παράδειγμα, το ύψος, το οποίο καθορίζεται από το γενετικό κώδικα.

«Το παιδί ωριμάζει στα τέλη της εφηβείας. Η δύναμη αναπτύσσεται από μόνη της, χωρίς άσκηση, μέχρι το τέλος της αναπτυξιακής περιόδου, δηλαδή μέχρι το τέλος της εφηβείας. Στην ενήλικη ζωή σταθεροποιείται και στην 3η ηλικία μειώνεται.

Με την άσκηση, μπορεί να βελτιωθεί η κινητική απόδοση, δηλαδή ένα άτομο που ασκείται από την παιδική ηλικία, κατά την ενηλικίωση θα έχει μεγαλύτερη κινητική απόδοση από ένα άτομο, που δεν ασκείται.

Χαρακτηριστικά που καθορίζονται από το γενετικό κώδικα, όπως π.χ. το ύψος, δεν αλλάζουν με την προπόνηση. Εκείνο που μπορεί να βελτιωθεί με την άσκηση είναι η κινητική απόδοση, η τεχνική, η τακτική και η επιδεξιότητα», συνεχίζει ο καθηγητής.

Η απάντηση που δίνει στο ερώτημα «γιατί οι αρσιβαρίστες είναι κοντοί και οι μπασκετμπολίστες ψηλοί;» είναι ότι, τα άτομα αυτά δεν έχουν αυτό το ύψος λόγω του είδους της άσκησης, αλλά το ύψος τους είναι αυτό που τα καθιστά πιο κατάλληλα για τα συγκεκριμένα αθλήματα

«Τα κοντά άτομα, για μηχανικούς λόγους, είναι πιο κατάλληλα για την άρση βαρών και γι' αυτό επιλέγονται για το συγκεκριμένο άθλημα. Το ίδιο ισχύει και για τα ψηλά άτομα, που επίσης για μηχανικούς λόγους, είναι πιο κατάλληλα για το μπάσκετ», εξηγεί ο κ. Κοτζαμανίδης.