Με μία πρωτοποριακή μέθοδο ενδοσκοπικής θεραπείας μέσω της έγχυσης εξειδικευμένης φαρμακευτικής ουσίας μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται η κυστεοουρητική παλινδρόμηση, η οποία ταλαιπωρεί ένα σημαντικό ποσοστό παιδιών ηλικίας από 2 έως 10 ετών. Η μέθοδος αυτή, που εφαρμόζεται εδώ και δύο χρόνια στη Β΄ Κλινική Χειρουργικής Παίδων του ΑΠΘ στο Νοσοκομείο Παπαγεωργίου, τείνει να αντικαταστήσει τις πολύωρες χειρουργικές επεμβάσεις και την πολυήμερη παραμονή στο νοσοκομείο.

    Η μέθοδος της ενδοσκοπικής αντιμετώπισης της κυστεοουρητικής παλινδρόμησης παρουσιάστηκε από την ομάδα του διευθυντή της Κλινικής Χειρουργικής Παίδων του ΑΠΘ καθηγητή Αντώνη Φιλιππόπουλου ( αποτελούμενη από τους Β. Μουράβα, Χ. Κασελά, Β. Λαμπρόπουλο, Ι. Σπυριδάκη ,Α.Νεοφύτου), στο Επιστημονικό Εαρινό Συμπόσιο της Β΄Κλινικής Χειρουργικής Παίδων του ΑΠΘ, το οποίο ολοκληρώθηκε χτες στη Θεσσαλονίκη.

    Η κυστεοουρητική παλινδρόμηση, είναι μία σοβαρή πάθηση και αποτελεί τη συχνότερη αιτία πρόκλησης ουρολοιμώξεων στα νεογνά και τα βρέφη. Εμφανίζεται στο 0,4-1,8% περίπου των παιδιών, αλλά η συχνότητά της αυξάνεται στο 30-50% των παιδιών με εμπύρετη ουρολοίμωξη. Συνήθως ανακαλύπτεται κατά τον έλεγχο που ακολουθεί μια ουρολοίμωξη ή με τη διάγνωση διάτασης της πυέλου του νεφρού στο προγεννητικό υπερηχογράφημα.

    Στα φυσιολογικά άτομα τα ούρα κατεβαίνουν εύκολα από τους νεφρούς στην ουροδόχο κύστη μέσω των ουρητήρων, επειδή η πίεση μέσα στην ουροδόχο κύστη είναι χαμηλή, και όταν το άτομο ουρεί η ουροδόχος κύστη συσπάται και η πίεση αυξάνεται για να μπορέσουν να αποβληθούν τα ούρα. Κατά την ούρηση το τελικό τμήμα των ουρητήρων συμπιέζεται και έτσι εμποδίζεται η παλινδρόμηση των ούρων προς τους νεφρούς.

    Στα παιδιά που πάσχουν από κυστεοουρητική παλινδρόμηση υπάρχει μια ανεπάρκεια του μηχανισμού του τελικού τμήματος του ουρητήρα και έτσι, όταν ουρούν , μια μικρότερη ή μεγαλύτερη ποσότητα ούρων επιστρέφει στους νεφρούς. Επειδή τα ούρα που επιστρέφουν στους νεφρούς έχουν μικρόβια στα παιδιά αυτά εμφανίζεται λοίμωξη των νεφρών, που εκδηλώνεται κυρίως με υψηλό πυρετό, αλλά και συχνουρία, τσούξιμο στην ούρηση και άλλα συμπτώματα.