Ένα στα 38 παιδιά στη Νότια Κορέα μπορεί να πάσχει από αυτισμό, με βάση μία νέα ερευνητική προσέγγιση, η οποία υποστηρίζει ότι ο αυτισμός είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα που υποδιαγιγνώσκεται σε μεγάλο βαθμό, ανακοίνωσαν σήμερα επιστήμονες. Σύμφωνα με την νέα έρευνα, το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί στο 2,64% των παιδιών, δηλαδή πολύ υψηλότερο από το 1% που εκτιμάται σε αντίστοιχες έρευνες στις ΗΠΑ και την Ευρώπη.

Πρόκειται για την πρώτη έρευνα για τα ποσοστά αυτισμού στη Νότια Κορέα, η οποία, παρότι ακόμη δεν έχει επιβεβαιωθεί, υποδηλώνει ότι ο αυτισμός μπορεί να είναι πολύ συχνότερη πάθηση απ΄ό,τι θεωρείτο μέχρι πρόσφατα.

"Αν μας εκπλήσσει; Ναι," δήλωσε ο δρ. Γιάνγκ-Σιν Κιμ του πανεπιστημίου Yale, η έρευνα του οποίου χρηματοδοτήθηκε από την οργάνωση Autism Speaks και τα αποτελέσματά της δημοσιεύτηκαν στην Αμερικανική Επιθεώρηση Ψυχιατρικής.

Η ομάδα του Κιμ χρησιμοποίησε μία ερευνητική μέθοδο που περιελάμβανε την παρακολούθηση 55.000 παιδιών ηλικίας από 7 ως 12 ετών στην νοτιοκορεατική πόλη Γκογιάνγκ. Οι επιστήμονες υπέβαλαν σε ερωτήσεις τους γονείς σχετικά με τη συμπεριφορά των παιδιών τους και στη συνέχεια προέβησαν σε εκτιμήσεις για τα παιδιά που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου ώστε να επιβεβαιώσουν την διάγνωσή τους.

Η προσέγγιση αυτή έγινε με βάση τον πληθυσμό και με στόχο να καταγράψει τα κρούσματα που δεν μπορούν να εντοπιστούν με μεθόδους, οι οποίες χρησιμοποιούν το ιατρικό ή εκπαιδευτικό ιστορικό για να εντοπίσουν τα παιδιά με αυτισμό.

"Το μεγάλο ποσοστό προέρχεται από το νέο αυτό δείγμα πληθυσμού που συμπεριλάβαμε στην έρευνά μας, δηλαδή τα παιδιά που δεν είχαν επιδείξει στο παρελθόν αναπτυξιακή καθυστέρηση ή προβλήματα ψυχικής υγείας," εξηγεί ο Κιμ. Το ποσοστό αυτισμού μεταξύ των παιδιών που φοιτούν σε ειδικά σχολεία ήταν 0,75% σε σύγκριση με 1,89% εκείνων σε κανονικά σχολεία.

Τα ποσοστά του αυτισμού αυξάνονται ραγδαία την τελευταία δεκαετία, εν μέρει εξαιτίας του τρόπου διάγνωσης της πάθησης.

Ο αυτισμός έχει πολλές μορφές, οι οποίες ποικίλλουν - από την απόλυτη ανικανότητα επικοινωνίας και την διανοητική στέρηση ως την παρουσία σχετικώς ήπιων συμπτωμάτων όπως συμβαίνει στην περίπτωση του συνδρόμου Asperger.

Παγκόσμια η ανησυχία

Στην Ασία, οι γονείς είναι σχετικώς ανενημέρωτοι για την πάθηση, η οποία δεν θεραπεύεται, και είναι διστακτικοί να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα.

"Πολλοί γονείς στην Κορέα δεν αναγνωρίζουν τα συμπτώματατου αυτισμού. Δεν γνωρίζουμε αν τα ποσοστά είναι σωστά, αλλά αν είναι, αυτό σημαίνει ότι τα κρούσματα των αυτιστικών παιδιών μπορεί να υποδιαγιγνώσκονται", δήλωσε εκπρόσωπος κλινικής για τον αυτισμό.

"Ένα πρόβλημα που φαίνεται να εμφανίζεται συχνά είναι ότι οι γονείς δεν αναγνωρίζουν ότι τα παιδιά τους μπορεί να είναι αυτιστικά, " είπε η ίδια γυναίκα που ζήτησε να μην κατονομαστεί.

"Πολλοί δεν αναγνωρίζουν την ανάγκη για κλινική φροντίδα, που είναι απαραίτητη," δήλωσε γιατρός σε άλλη κλινική και πρόσθεσε ότι "ο κορεατικός πολιτισμός μπορεί να δυσχεραίνει την αποδοχή του αυτισμού."

Η δομή του σχολικού προγράμματος στη Νότια Κορέα, όπου το ημερήσιο πρόγραμμα μπορεί να υπερβαίνει τις 12 ώρες, ενδέχεται να συνεισφέρει στα υψηλά ποσοστά των παιδιών με αυτισμό που δεν έχει διαγνωστεί.

Η Τζεραλντίν Ντόσον της οργάνωσης Autism Speaks δήλωσε ότι η έρευνα "επιβεβαιώνει ότι ο αυτισμός είναι ένα παγκόσμιο πρόβλημα δημόσιας υγείας". Επίσης υποδηλώνει ότι οι σύγχρονες ερευνητικές μέθοδοι υποτιμούν τα κρούσματα αυτισμού στις ΗΠΑ και σε άλλες χώρες.

Τα Αμερικανικά Κέντρα για την Πρόληψη και τον Έλεγχο των Ασθενειών εκτιμούν ότι ο αυτισμός πλήττει σχεδόν ένα στα 110 παιδιά.

Η δρ Μαρσαλίν Γιαργκίν-Όλσον, επιδημιολόγος στα Κέντρα, δήλωσε στο Ρόιτερς τηλεφωνικώς σχετικά με την νοτιοκορεατική μελέτη ότι "ανησυχούμε για το τόσο υψηλό ποσοστό, αλλά θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι χρησιμοποιούν διαφορετική μεθοδολογία. Η διαφορετική μεθοδολογία σου δίνει διαφορετικές εκτιμήσεις", είπε η ίδια.

Ο Κρεγκ Νιούσχαφερ, ερευνητής σε θέματα αυτισμού στο πανεπιστήμιο Drexel της Φιλαδέλφειας, ο οποίος γνωρίζει την έρευνα, είπε ότι μπορεί να υπάρχουν άλλοι λόγοι που τα ποσοστά στη Νότια Κορέα είναι υψηλά.

"Τα περισσότεα κρούσματα προέρχονται από ένα δείγμα του γενικού πληθυσμού," είπε, "στο οποίο μόνο περίπου το 60% των γονέων συμμετείχαν". Όπως εξήγησε ο ίδιος, οι γονείς παιδιών που φοιτούσαν σε κανονικά σχολεία και ανησυχούσαν για την ανάπτυξή τους μπορεί να συμμετείχαν πιο εύκολα (στην έρευνα) σε σχέση με εκείνους που δεν ανησυχούσαν.