Τα μωρά τα οποία οι μητέρες τους τα θήλασαν έχουν λιγότερες πιθανότητες να εμφανίσουν προβλήματα συμπεριφοράς μέχρι την ηλικία των πέντε ετών, σε σχέση με όσα τράφηκαν με βρεφικό γάλα («φόρμουλα»), σύμφωνα με μια νέα μεγάλη βρετανική επιστημονική έρευνα. Οι ερευνητές των πανεπιστημίων Οξφόρδης, Έσσεξ, Υόρκης και του University College Λονδίνου, με επικεφαλής την επιδημιολόγο Μαρία Κουίγκλεϊ, του πρώτου πανεπιστημίου, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο παιδιατρικό περιοδικό “Archives of Disease in Childhood”, σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερ και τη βρετανική «Γκάρντιαν», διαπίστωσαν ότι τα λιγότερα προβλήματα συμπεριφοράς, μεταξύ των παιδιών που εξέτασαν (περίπου 10.000), εμφάνισαν όσα είχαν θηλάσει τουλάχιστον επί τέσσερις μήνες.

Όπως είπαν, η διαπίστωση αυτή αναδεικνύει, για μια ακόμη φορά, τη σημασία και την ωφέλεια του θηλασμού. «Οι μητέρες, οι οποίες θέλουν να θηλάσουν, πρέπει να έχουν κάθε υποστήριξη που χρειάζονται» τόνισαν. Προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει άλλα οφέλη του θηλασμού, όπως τον μικρότερο κίνδυνο μολύνσεων του παιδιού και τον μειωμένο κίνδυνο καρκίνου του μαστού για τις μητέρες.

Οι ερευνητές συνέκριναν στοιχεία για τον θηλασμό (αν έγινε, πόσο διήρκεσε κ.α.) με δεδομένα που προέκυψαν από αναλυτικά ερωτηματολόγια, στα οποία απαντούσαν οι γονείς κατά τακτά χρονικά διαστήματα επί χρόνια, σχετικά με τη συμπεριφορά των παιδιών τους. Προβλήματα όπως το άγχος, η ανησυχία, η ανικανότητα κοινωνικοποίησης και συνύπαρξης σε ομάδες, η ροπή για ψέματα και κλοπές ήσαν πιο έντονα σε παιδιά που δεν είχαν θηλάσει καθόλου. Μόνο το 4% των παιδιών που είχαν θηλάσει για μήνες εμφάνισαν αργότερα τέτοιες συμπεριφορές, έναντι ποσοστού 16% των παιδιών που δεν είχαν θηλάσει.

Μια πιθανή εξήγηση για αυτή τη διαφορά, κατά τους επιστήμονες, είναι ότι το γάλα του θηλασμού περιέχει μεγάλες ποσότητες από ζωτικές ουσίες (πολυακόρεστα λιπαρά και ορμονικούς παράγοντες), που παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του εγκεφάλου και του νευρικού συστήματος του βρέφους. Επίσης, ο θηλασμός συνεπάγεται μεγαλύτερη σωματική και ψυχική επαφή ανάμεσα στη μητέρα και το νεογέννητο, πράγμα που βοηθά στη μάθηση και την προσαρμοστικότητα του τελευταίου στο νέο περιβάλλον που βρέθηκε.

Οι ερευνητές διευκρίνισαν ότι όλα τα παιδιά, κατά καιρούς, εμφανίζουν επιθετικές ή αρνητικές συμπεριφορές, όμως θεωρείται πως εμφανίζουν κάποιο πρόβλημα, μόνο αν αυτές οι πράξεις γίνονται συστηματικά για μεγάλη χρονική περίοδο και αναστατώνουν την προσωπική και την οικογενειακή ζωή του παιδιού.