Οι άνδρες και οι γυναίκες που μαθαίνουν ότι έχουν AIDS και αρχίζουν θεραπεία αμέσως και όχι όταν αντιμετωπίσουν πιο ορατά προβλήματα υγείας, μειώνουν εντυπωσιακά την πιθανότητα (96%) να μεταδώσουν τον ιό σε άλλους ανθρώπους, ιδίως στους σεξουαλικούς συντρόφους τους, σύμφωνα με μια νέα μεγάλη διεθνή επιστημονική έρευνα Η ανακάλυψη αυτή χαιρετίστηκε ως σημαντικό βήμα για την καταπολέμηση της ασθένειας, που μπορεί να οδηγήσει σε πραγματική μεταμόρφωση του τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίζεται η θανατηφόρα νόσος, 30 χρόνια μετά την εμφάνισή της και ενώ σήμερα πάσχουν από αυτήν, πάνω από 33 εκατ. άνθρωποι σε όλο τον κόσμο.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Μίρον Κοέν, διευθυντή του Ινστιτούτου Παγκόσμιας Υγείας και Μολυσματικών Νόσων του πανεπιστημίου της Β.Καρολίνα, σύμφωνα με τα πρακτορεία Ρόιτερ και Γαλλικό και το BBC, μελέτησαν επί έξι χρόνια περίπου 1.800 -κυρίως ετεροφυλόφιλα- ζευγάρια, σε εννέα χώρες τριών ηπείρων. Για πρώτη φορά απέδειξαν κλινικά (και όχι απλώς επιδημιολογικά) ότι η έγκαιρη φαρμακευτική θεραπεία κατά του ιού, αμέσως μετά τη διάγνωση και πριν προλάβει να εξασθενήσει το ανοσοποιητικό σύστημα του φορέα, προστατεύει από την μόλυνση τους συντρόφους του ασθενούς, που δεν είναι φορείς.

 Ήταν η πρώτη κλινική δοκιμή -σε τυχαίο δείγμα πληθυσμού- που έδειξε, χωρίς αμφιβολία, ότι έχει ζωτική σημασία η έγκαιρη έναρξη της θεραπείας για την παρεμπόδιση της εξάπλωσης του ιού. Έτσι, σύμφωνα με τους ερευνητές, θα πρέπει να προσαρμοστούν ανάλογα οι οδηγίες για τη θεραπεία της νόσου διεθνώς. Παράλληλα, όμως, όπως είπαν, καθώς η ζήτηση για φάρμακα θα αυξάνεται, οι φαρμακευτικές εταιρίες θα πρέπει να μειώσουν το κόστος τους.

Περισσότεροι από 25 εκατ. άνθρωποι έχουν πεθάνει εξαιτίας του AIDS, μέχρι σήμερα, και πάνω από 60 εκατ. έχουν συνολικά μολυνθεί από το ιό, μετά το 1981. Περίπου το 80% των νέων μολύνσεων συμβαίνουν μέσω του σεξ, σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας.

Η φαρμακευτική θεραπεία, που συνίσταται σε ένα "κοκτέιλ" φαρμάκων, δεν θεραπεύει οριστικά, αλλά μπορεί να μειώσει το επίπεδο του ιού στο αίμα σε μη ανιχνεύσιμα επίπεδα και επιτρέπει σε πολλούς πάσχοντες να ζήσουν κανονικά τη ζωή τους, αν και συχνά με διάφορες παρενέργειες, όπως διάρροια, ναυτία, εμετούς, απώλεια βάρους κ.ά.