Τα αφροδίσια νοσήματα μεταδίδονται κυρίως μέσω της σεξουαλικής επαφής. Τρόποι μετάδοσης εκτός της σεξουαλικής επαφής έχουν περιγραφεί (π.χ. μολυσμένες βελόνες, μετάδοση από τη μητέρα στο νεογνό), αλλά ο ρόλος τους είναι δευτερεύων, στην παγκόσμια εξάπλωση των αφροδίσιων νοσημάτων. Τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα είναι, παγκοσμίως, τα συνηθέστερα λοιμώδη νοσήματα, που προκαλούν επικίνδυνες επιπλοκές. Σήμερα οι λοιμώξεις από τον απλό έρπητα προκαλούν τα περισσότερα έλκη γεννητικών οργάνων σε όλο τον κόσμο, ο ιός του AIDS έχει γίνει η κύρια αιτία θανάτου σε αρκετές αναπτυσσόμενες χώρες, ενώ ο ογκογόνος ιός των ανθρώπινων θηλωμάτων και ο ιός της ηπατίτιδας Β αποτελούν σημαντικές αιτίες αντίστοιχα του καρκίνου του τραχήλου της μήτρας και του ήπατος.

Τα πιο σημαντικά αφροδίσια νοσήματα είναι:

H βλεννόρροια: Η βλεννόρροια οφείλεται στη neisseria gonorrhoeae, που είναι gram αρνητικός μη σπορογόνος μικροοργανισμός. Η υψηλή επίπτωση της βλεννόρροιας σε χώρες του αναπτυσσόμενου κόσμου, η αύξηση των κρουσμάτων σε νεαρές ηλικίες σε πολλές περιοχές της Ευρώπης, η αύξηση της ανθεκτικότητας του γονόκοκκου σε αντιβιοτικά και η έλλειψη συμπτωμάτων σε αρκετούς ασθενείς, οι οποίοι δρουν ως δεξαμενή της νόσου, έχει καταστήσει την βλεννόρροια σημαντικό πρόβλημα της δημόσιας υγείας, παρά τον έλεγχο της νόσου σε πολλές αναπτυγμένες χώρες κατά τον εικοστό πρώτο αιώνα.

Σήμερα υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία, που περιλαμβάνει την χορήγηση ειδικής αντιβιοτικής αγωγής, η διάρκεια και το είδος της οποίας καθορίζονται από το είδος του γονόκοκκου (αντοχή σε αντιβιοτικά), την θέση της προσβολής και την αντίσταση του οργανισμού. Οι σεξουαλικοί σύντροφοι πρέπει επίσης να θεραπεύονται.

Η σύφιλη: Η σύφιλη είναι χρόνια συστηματική λοίμωξη που προκαλείται από το treponema pallidum, μία σπειραχαίτη που μεταδίδεται κυρίως σεξουαλικώς και έχει περίοδο επώασης κατά μέσο όρο τρεις εβδομάδες. Η σύφιλη είναι σημαντικό πρόβλημα παγκοσμίως, με υψηλό αριθμό κρουσμάτων κατά τα τελευταία χρόνια στην Ευρώπη.

Σήμερα υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία, που περιλαμβάνει την χορήγηση ειδικής αντιβιοτικής αγωγής, η διάρκεια και το είδος της οποίας καθορίζονται από το είδος του γονόκοκκου (αντοχή σε αντιβιοτικά), την θέση της προσβολής και την αντίσταση του οργανισμού.

Η ηπατίτιδα Β: Η ηπατίτιδα Β οφείλεται στον ιό της ηπατίτιδας β, ο οποίος είναι ένας DNA ιός με οκτώ διαφορετικούς γονότυπους. Μετά από χρόνο επώασης, που κυμαίνεται από έξι εβδομάδες έως έξι μήνες, αρχίζει η έναρξη της ΗΒV λοίμωξης.

Σήμερα υπάρχει αποτελεσματικό προληπτικό εμβόλιο. Η θεραπεία αποσκοπεί στην αποφυγή της ηπατικής ανεπάρκειας και στον έλεγχο του ιού. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η μεταμόσχευση ήπατος είναι επιβαλλόμενη.

Το AIDS: To AIDS αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά στις αρχές της δεκαετίας του 90, σε ομοφυλόφιλους άνδρες και αυξάνει ανησυχητικά σήμερα. Ο HIV ανήκει στην οικογένεια των ρετροιών του ανθρώπου και προκαλεί σοβαρή ανεπάρκεια ανοσοποιητικού, η οποία προέρχεται κυρίως από την προοδευτική ποιοτική και ποσοτική ανεπάρκεια της υποομάδας των Τ λεμφοκυττάρων, που είναι γνωστά ως βοηθητικά Τ λεμφοκύτταρα και καθορίζονται φαινοτυπικά από την παρουσία στην επιφάνειά τους του μορίου CD4. Μετά την αρχική προσβολή, ο ιός εισέρχεται στην κυκλοφορία, όπου αναπαράγεται μέσω των Τ λεμφοκυττάρων, χωρίς εμφανή συμπτώματα (κατάσταση φορείας).

Σήμερα η μοντέρνα θεραπεία που εξατομικεύεται με βάση τα επίπεδα του ιού στον οργανισμό και τον αριθμό των CD4 λεμφοκυττάρων, καταστέλλει τον πολλαπλασιασμό του ιού και παρατείνει το μεσοδιάστημα της φορείας έως την ανάπτυξη του AIDS.













ΠΗΓΗ: iatronet.gr