Μια νέα πρωτεΐνη, που εμπλέκεται άμεσα στην αντίσταση που προβάλλει ο οργανισμός στα φάρμακα για τον καρκίνο του μαστού, εντόπισε μια ομάδα επιστημόνων στη Βρετανία, με επικεφαλής Έλληνα ερευνητή. Η ανακάλυψη μπορεί να προσφέρει μελλοντικά ένα νέο «στόχο» στο πλαίσιο νέου τύπου φαρμακευτικών θεραπειών για τη συγκεκριμένη νόσο.

Οι ερευνητές του Imperial College του Λονδίνου, με επικεφαλής τον Γιώργο Γιαμά του Τμήματος Χειρουργικής και Καρκίνου, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο ιατρικό περιοδικό "Nature Medicine", κάνοντας πειράματα με ποντίκια, ανακάλυψαν ότι αν μπλόκαραν με γενετικές τεχνικές την παραγωγή της πρωτεΐνης LMTK3, μπορούσαν να συρρικνώνουν σημαντικά τους καρκινικούς όγκους. Τώρα, οι επιστήμονες αναζητούν νέα φάρμακα που θα μπορούν να επιτύχουν ανάλογο αποτέλεσμα στους ανθρώπους.

Περισσότεροι από τα δύο τρίτα των όγκων του μαστού περιέχουν υποδοχείς οιστρογόνου, δηλαδή χρειάζονται τη συγκεκριμένη ορμόνη για να αναπτυχθούν, άρα είναι δυνατό να εφαρμοστεί σε αυτές τις περιπτώσεις η θεραπεία με αντι-οιστρογόνα φάρμακα, όπως το «ταμοξιφέν».

Όμως, αρκετοί ασθενείς αναπτύσσουν αντίσταση σε αυτού του είδους την φαρμακευτική θεραπεία και τα φάρμακα τελικά δεν είναι πια αποτελεσματικά.

Η νέα μελέτη εστίασε σε αυτό ακριβώς το πρόβλημα και διαπίστωσε ότι τα καρκινικά κύτταρα γίνονται πιο ευάλωτα στα φάρμακα, αν μπλοκαριστεί η δράση της πρωτεΐνης LMTK3, διαδικασία που οδηγεί σε σημαντική μείωση του μεγέθους των όγκων, καθώς παύει να διευκολύνεται η ανάπτυξή τους.

Μετρώντας το επίπεδο της συγκεκριμένης πρωτεΐνης σε δείγματα ιστών από γυναίκες με καρκίνο του μαστού, οι ερευνητές βρήκαν ότι όσες είχαν υψηλότερα επίπεδα LMΤK3 στους όγκους τους, έτειναν να ζουν λιγότερο χρόνο και ήταν λιγότερο πιθανό να ανταποκριθούν στην ορμονοθεραπεία. Ακόμα, διαπίστωσαν ότι συγκεκριμένες μεταλλάξεις στο γονίδιο που ρυθμίζει την LMTK3 συσχετίζονται με τον χρόνο επιβίωσης μιας ασθενούς.

«Τα αντι-οιστρογόνα φάρμακα ήταν πολύ πετυχημένα, καθώς επιτρέπουν στις γυναίκες με καρκίνο του μαστού να ζουν περισσότερο, όμως η αντίσταση σε αυτά αποτελεί κοινό πρόβλημα», δήλωσε ο καθηγητής Τζάστιν Στέμπινγκ του Imperial College, ο οποίος πρόσθεσε ότι αναζητούνται πλέον νέου τύπου φάρμακα, τα οποία θα μπλοκάρουν τη δράση της πρωτεΐνης LMTK3, αποτρέποντας τις ασθενείς να αποκτούν αντίσταση στην ορμονοθεραπεία. Είπε, όμως, ότι θα χρειαστούν πέντε έως δέκα χρόνια μέχρι να διασφαλιστεί ότι αυτά τα νέα φάρμακα θα είναι ασφαλή για χρήση από τους ανθρώπους.

Ακόμα, οι επιστήμονες συνέκριναν το γονίδιο που κωδικοποιεί την LMTK3 στους ανθρώπους και στους χιμπατζήδες, επειδή οι τελευταίοι (οι στενότεροι γενετικά συγγενείς μας) δεν υποκύπτουν σε ορμονο-εξαρτώμενο καρκίνο του μαστού. Οι ερευνητές διαπίστωσαν σημαντικές διαφοροποιήσεις στη γενετική αλληλουχία του γονιδίου ανάμεσα στα δύο είδη. Όπως είπε ο δρ Γιαμάς, ο οποίος σχεδίασε και καθοδήγησε την όλη μελέτη, είναι πιθανόν οι διαχρονικές εξελικτικές αλλαγές, που έλαβαν χώρα στο συγκεκριμένο γονίδιο, να έδωσαν στους ανθρώπους κάποιο άγνωστο πλεονέκτημα, όμως, παράλληλα, τους έκαναν πιο ευάλωτους στον καρκίνο του μαστού σε σχέση με τους χιμπατζήδες.

Ο δρ Γεώργιος Γιαμάς σπούδασε στο Τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και πήρε το διδακτορικό του στην Ανθρώπινη Βιολογία από το γερμανικό πανεπιστήμιο της Ουλμ. Σήμερα εργάζεται ως μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Imperial College του Λονδίνου, όπου το ενδιαφέρον του στρέφεται, κυρίως, στη βιολογία του καρκίνου του μαστού.