Εντατικοποίηση των μέτρων κατά του καπνίσματος συνιστά η Ελληνική Καρδιολογική Εταιρεία, για τη μείωση του τεράστιου αυτού ιατροκοινωνικού προβλήματος, όπως επισημαίνει. Πρόβλημα, που ευθύνεται για χιλιάδες θανάτους στη χώρα μας και δεκάδες εκατομμύρια διεθνώς, σε ετήσια βάση, και το οποίο αποδεικνύεται ιδιαίτερα δαπανηρό ως προς την αντιμετώπισή του στη σημερινή δύσκολη οικονομική συγκυρία. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δόθηκαν σήμερα στη δημοσιότητα:

Οι καπνιστές παθαίνουν 4-5 φορές συχνότερα οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου σε σχέση με τους μη καπνιστές.

Σε προοπτική δεκαετίας, ο αντίστοιχος κίνδυνος είναι διπλάσιος στους καπνιστές άνω των 50 ετών και πενταπλάσιος στις ηλικίες κάτω των πενήντα.

Οι καπνιστές έχουν τριπλάσιες πιθανότητες να μη φτάσουν τα 70 χρόνια σε σχέση με τους μη καπνιστές.

Η νικοτίνη προκαλεί εθισμό ίσο με εκείνο της ηρωίνης.

Τα στοιχεία αυτά παραθέτουν με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καπνίσματος (31 Μαΐου), ο πρόεδρος της Ελληνικής Καρδιολογικής Εταιρείας (Ε.Κ.Ε.), καθηγητής Καρδιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, Γεώργιος Παρχαρίδης, ο αντιπρόεδρος της Ε.Κ.Ε., συντονιστής - διευθυντής του Καρδιολογικού Τμήματος του Γ.Ν.Α. «Ιπποκράτειο», Ιωάννης Καλλικάζαρος και ο τ. πρόεδρος της Ε.Κ.Ε., διευθυντής της Καρδιολογικής Κλινικής του Γ.Ν.Α. «Γεώργιος Γεννηματάς», Βλάσιος Πυργάκης.

 Ο κ. Παρχαρίδης τόνισε ότι οι πλέον αποτελεσματικές πολιτικές για τη διακοπή του καπνίσματος είναι:

    - Φορολογία: Έχει βρεθεί ότι η αύξηση της τιμής των τσιγάρων κατά 25% έχει σαν αποτέλεσμα την ελάττωση του καπνίσματος κατά 10-15%.

    - Απαγόρευση του καπνίσματος σε δημόσιους χώρους: μείωση του καπνίσματος κατά 5-10%.

    - Περιορισμός της διαφήμισης: μείωση του καπνίσματος κατά 6%.

    - Εκστρατεία με τη χρήση των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης: μείωση του καπνίσματος κατά 5-10%.

Ένα επιχείρημα των καπνιστών είναι η εμφάνιση παχυσαρκίας μετά τη διακοπή του καπνίσματος. Η απάντηση στο επιχείρημα αυτό είναι ότι η παχυσαρκία διαρκεί μόνο 6-12 μήνες και, επιπλέον, ο κίνδυνος από την παχυσαρκία είναι μικρότερος από το κάπνισμα. Καταλήγοντας, ο πρόεδρος της Ε.Κ.Ε. υπογράμμισε ότι ο αποτελεσματικότερος τρόπος διακοπής του καπνίσματος είναι η προσωπική θέληση. Για το λόγο αυτό, οι καπνιστές θα πρέπει να σταματήσουν να ψάχνουν γύρω τους για βοήθεια και θα πρέπει να στραφούν στον εαυτό τους, για να βρουν, έτσι, τη δύναμη να κόψουν το τσιγάρο. Εάν, όμως, πραγματικά χρειάζεται κάποιος βοήθεια, θα πρέπει να απευθυνθεί στα ειδικά ιατρεία διακοπής καπνίσματος, όπου εφαρμόζονται ατομικά ή ομαδικά προγράμματα, με ή χωρίς χρήση φαρμάκων.

Ο αντιπρόεδρος της Ε.Κ.Ε. τόνισε ότι οι γυναίκες φαίνεται να επηρεάζονται περισσότερο από τις αυξήσεις των τιμών των προϊόντων καπνού και να συμμορφώνονται περισσότερο με τις απαγορεύσεις καπνίσματος σε δημόσιους χώρους, απ’ ότι οι άνδρες. Οι τελευταίοι, όμως, φαίνεται να ανταποκρίνονται ευκολότερα στις εκπαιδευτικές αντικαπνιστικές εκστρατείες απ’ ότι οι γυναίκες.

Οι έρευνες έχουν δείξει ότι και στα δύο φύλα οι καπνιστές ήταν πιο πολλοί στις ηλικίες άνω των 40 ετών, σ’ αυτούς με χαμηλή μόρφωση και στους διαζευγμένους ή μοναχικούς. Σε παγκόσμιο επίπεδο έχει καταγραφεί τα τελευταία 25 χρόνια μια ραγδαία αύξηση του αριθμού των γυναικών που καπνίζουν. Και είναι εκείνες που δυσκολεύονται περισσότερο στη διακοπή του καπνίσματος. Έχει φανεί ότι οι γυναίκες χρειάζονται μεγαλύτερες ποσότητες νικοτίνης όταν χρησιμοποιούν σκευάσματα υποκατάστασης του καπνίσματος (όπως οι τσίκλες νικοτίνης ή τα αυτοκόλλητα), για να σταματήσουν το κάπνισμα. Το κάπνισμα μειώνει την καλή χοληστερόλη, αναιρώντας, έτσι, το προνόμιο αυτό των γυναικών, και έχει πολλαπλάσιο κίνδυνο θρομβώσεων όταν συνυπάρχει με λήψη αντισυλληπτικών.

Την ανάγκη για υποχρεωτική διακοπή του καπνίσματος στους διαβητικούς καρδιοπαθείς τόνισε και ο τ. πρόεδρος της Ε.Κ.Ε., Βλάσιος Πυργάκης, ο οποίος επεσήμανε ότι η συχνότητα του σακχαρώδη διαβήτη (ΣΔ) συνεχώς αυξάνεται τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην πατρίδα μας, ως αποτέλεσμα του ανθυγιεινού σύγχρονου τρόπου ζωής. Καταλήγοντας, ο κ. Πυργάκης υπογράμμισε ότι οι διαβητικοί άνδρες έχουν 2-3 φορές, και οι γυναίκες 3-5 φορές, μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης ΣΔ από τους μη διαβητικούς συνομηλίκους τους. Για τους διαβητικούς επιβάλλεται βέλτιστη δια βίου φροντίδα, δηλαδή ο καλύτερος δυνατός έλεγχος της γλυκόζης αίματος, καταπολέμηση των συνυπαρχόντων παραγόντων κινδύνου, υποχρεωτική διακοπή του καπνίσματος, σωματική άσκηση, έλεγχος του σωματικού βάρους και, φυσικά, δίαιτα. Πάντως, τόσο η συμβατική φαρμακευτική αγωγή, όσο και οι επεμβάσεις επαναιμάτωσης του μυοκαρδίου έχουν τις ίδιες ενδείξεις σε διαβητικούς και μη διαβητικούς καρδιοπαθείς.