Η τεχνολογία αλλάζει τη ζωή των πασχόντων από σακχαρώδη διαβήτη. Ενα νέο τεχνολογικό επίτευγμα μιμείται βασικές λειτουργίες του ανθρώπινου παγκρέατος μέσα στον ανθρώπινο οργανισμό. «Η αλματώδης εξέλιξη της τεχνολογίας κατά την τελευταία εικοσαετία έχει οδηγήσει όχι απλώς στη βελτίωση των συσκευών αυτών, αλλά και στην επίτευξη ενός στόχου ο οποίος πριν από μερικά χρόνια φάνταζε ως σενάριο επιστημονικής φαντασίας: την κατασκευή ενός “τεχνητού παγκρέατος”, το οποίο θα μπορούσε να υποκαταστήσει πλήρως τη λειτουργία του ανατροφοδοτικού μηχανισμού του β-κυττάρου του παγκρέατος, προκειμένου να ρυθμίζει τις αναγκαίες ποσότητες ινσουλίνης στο αίμα των ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη», λέει η διευθύντρια του Διαβητολογικού Κέντρου στο Γενικό Νοσοκομείο – «Πολυκλινική» Μαριάννα Μπενρουμπή.

Φέτος παρουσιάστηκε σε πολλές χώρες της Ευρώπης (και στην Ελλάδα) ένα καινούργιο τεχνολογικό επίτευγμα που μιμείται βασικές λειτουργίες από το ανθρώπινο πάγκρεας.

«Το καινούργιο σύστημα συνδυάζει τη θεραπεία με αντλία ινσουλίνης και τη συνεχή καταγραφή γλυκόζης, με τη δυνατότητα να διακόπτει αυτόματα τη χορήγηση ινσουλίνης προσωρινά, όταν τα επίπεδα γλυκόζης είναι εξαιρετικά χαμηλά, προστατεύοντας έτσι από τον κίνδυνο σοβαρών υπογλυκαιμικών επεισοδίων, ειδικά όταν ένα άτομο κοιμάται ή δεν είναι ικανό να αντιδράσει».

Τέλος στις υπογλυκαιµίες

Η υπογλυκαιµία είναι συχνή και αποτελεί ένα από τα πιο ενοχλητικά απρόοπτα στην καθηµερινότητα ενός ανθρώπου µε διαβήτη τύπου 1. Αν δεν αντιµετωπιστεί, η υπογλυκαιµία µπορεί να προκαλέσει απώλεια συνείδησης, κώµα ή ακόµα και θάνατο.

Τα υπογλυκαιµικά επεισόδια αποτελούν τον κυριότερο παράγοντα που εµποδίζει τα άτοµα µε διαβήτη να αποδώσουν στην εργασία τους και στο σχολείο. Μαζί µε τις µακροχρόνιες επιπλοκές και τη διαβητική κετοξέωση αποτελούν τις κυρίες αιτίες εισαγωγής τους στο νοσοκοµείο.

Μελέτες δείχνουν ότι ο πάσχων από διαβήτη θα υποφέρει κατά µέσον όρο από τουλάχιστον ένα υπογλυκαιµικό επεισόδιο ανά δεκαπενθήµερο. Επιπλέον, κάθε χρόνο περίπου 1 στους 14 πάσχοντες που κάνουν θεραπεία µε ινσουλίνη, θα υποφέρουν από ένα ή περισσότερα σοβαρά επεισόδια υπογλυκαιµίας που να απαιτεί άµεση αντιµετώπιση σε νοσοκοµείο. Το ένα τρίτο µάλιστα των πασχόντων από διαβήτη υποφέρουν από υπογλυκαιµίες κατά τη διάρκεια του ύπνου, κάτι που µειώνει την ικανότητά τους να αναγνωρίσουν και να προλάβουν ένα σοβαρό επεισόδιο.

«Η επικοινωνία µε τους µετρητές σακχάρου και η συνεχής καταγραφή γλυκόζης επιτρέπουν στην αντλία να υπολογίσει αυτόµατα την προτεινόµενη δόση ινσουλίνης για την κάλυψη των γευµάτων και για τη διόρθωση ενδεχόµενων υψηλών τιµών γλυκόζης», επισηµαίνει η κ. Μπενρουµπή.

«Ετσι, η σύγχρονη τεχνολογία προσφέρει ένα ολοκληρωµένο σύστηµα παρακολούθησης των ατόµων µε διαβήτη. Ο ασθενής, σε συνεργασία µε τον γιατρό του, µπορεί να παρακολουθεί µε ακρίβεια πώς η διατροφή, η άσκηση, η φαρµακευτική αγωγή και οι άλλες καθηµερινές δραστηριότητες επηρεάζουν τα επίπεδα γλυκόζης του και ανάλογα να επεµβαίνει».

Η «έξυπνη» αντλία ινσουλίνης, ο µετρητής σακχάρου και το µηχάνηµα συνεχούς καταγραφής γλυκόζης επικοινωνούν µεταξύ τους και µε τη βοήθεια του Ιντερνετ ο γιατρός µπορεί ανά πάσα στιγµή να έχει πρόσβαση σε όλα τα στοιχεία που έχουν αποθηκευτεί στην αντλία. Αυτή η δυνατότητα επιτρέπει να βελτιώσει τον γλυκαιµικό έλεγχο, κυρίως σε περιπτώσεις όπου, παρά τα εντατικοποιηµένα σχήµατα ινσουλίνης, δεν καταφέρνει να έχει καλή ρύθµιση του σακχάρου.

Μειονέκτηµα του συστήµατος αποτελεί το υψηλό κόστος, καθώς αποτελεί την πιο ακριβή θεραπεία στην αντιµετώπιση του διαβήτη τύπου 1. «Βέβαια, οποιοδήποτε τεχνολογικό επίτευγµα δεν θα µπορεί να προσφέρει µόνο του καλή ρύθµιση του διαβήτη», υπογραµµίζει η κ. Μπενρουµπή.

«Η επιτυχία αυτών των συστηµάτων στηρίζεται και στον ίδιο τον ασθενή. Η αντλία συνεχούς έγχυσης ή το σύστηµα συνεχούς καταγραφής προϋποθέτουν ότι ο ασθενής θα είναι εκπαιδευµένος στο να υπολογίζει πόσες µονάδες ινσουλίνης θα πρέπει να δώσει µέσω της αντλίας ανάλογα µε τους υδατάνθρακεςπου θα φάει κ.λπ. “Φοράω αντλία” δεν σηµαίνει ξενοιάζω και τα αναλαµβάνει όλα το µηχάνηµα».

Θεραπεία µε... εγχείρηση

Οι βαριατρικές επεµβάσεις, που γίνονται για την αντιµετώπιση της παχυσαρκίας, έχουν κύριο στόχο τη βελτίωση της γενικής υγείας του ασθενούς.
 
«Βασικός τρόπος εκτίµησης της αποτελεσµατικότητας της επέµβασης λοιπόν είναι η βελτίωση ή εξαφάνιση των συνοδών νοσηµάτων», λέει ο καθηγητής Χειρουργικής του Πανεπιστηµίου Αθηνών Μιχάλης Λέανδρος.
 
«Σύµφωνα µε τα στοιχεία της Α’ Προπαιδευτικής Χειρουργικής Κλινικής στο Ιπποκράτειο Νοσοκοµείο, ο σακχαρώδης διαβήτης συνοδεύει σταθερά την παχυσαρκία. Είναι πολύ σηµαντικό οι ασθενείς να χάνουν βάρος σε µικρή ηλικία, ώστε να µην εγκατασταθεί η νόσος σε βαθµό που να µην εξαρτάται πλέον από την παχυσαρκία. Η απώλεια βάρους από µόνη της οδηγεί σε θεραπεία τον διαβήτη σε ποσοστό έως και 80%, αρκεί αυτός να µην έχει εγκατασταθεί για πολλά έτη».

Η επέµβαση που χαρακτηρίζεται από τα καλύτερα αποτελέσµατα στη θεραπεία του σακχαρώδους διαβήτη είναι η χολοπαγκρεατική παράκαµψη. «Στην επέµβαση αυτή, η θεραπεία του διαβήτη δεν εξαρτάται µόνο από την απώλεια βάρους, αλλά κυρίως από το γεγονός ότι παρακάµπτεται ένα µεγάλο τµήµα του λεπτού εντέρου», εξηγεί ο κ. Λέανδρος. «Η επέµβαση άλλωστε εφαρµόζεται και σε ασθενείς που δεν είναι παχύσαρκοι, αλλά απλώς υπέρβαροι και διαβητικοί».

Τα διαβητικά τρόφιµα

Τα λεγόµενα «διαβητικά» τρόφιµα δεν είναι απαραίτητα στη διατροφή των ανθρώπων µε διαβήτη,σύµφωνα µε τελευταία στοιχεία. Για τον λόγο αυτόν, τα οµοσπονδιακά συµβούλια της Γερµανίας και της Αυστρίας προώθησαν αποφάσεις στην Ευρωπαϊκή Ενωση, σύµφωνα µε τις οποίες τρόφιµα και γλυκίσµατα που ονοµάζονται «κατάλληλα για διαβητικούς» να µην πωλούνται µετά τον Ιανουάριο του 2012.
 
«Αυτό έγινε γιατί αποδείχθηκε ότι η αποφυγή ζάχαρης ή η αντικατάστασή της µε ανάλογα ή παράγωγά της δεν προκαλεί καµία θετική επίδραση στη ρύθµιση του σακχάρου του αίµατος», λέει ο κλινικός διαιτολόγος-βιολόγος, προϊστάµενος του Διαιτολογικού Τµήµατος στο Λαϊκό Νοσοκοµείο, Χάρης Δηµοσθενόπουλος.

Αν και αρχικά αυτά τα τρόφιµα έτυχαν καλής αποδοχής, τα τελευταία χρόνια υπάρχει ένας έντονος σκεπτικισµός για τη χρησιµότητά τους. Επιφυλάξεις, όµως, υπάρχουν πλέον και για τη δράση τους στον διαβήτη, αφού, όπως αναφέρει ο κ. Δηµοσθενόπουλος, «1) δεν υποστηρίζονται πάντα επιστηµονικά, 2) δεν υπάρχει επιστηµονική βιβλιογραφία σχετικά µε την αξία τους και 3) µπορεί να αποβούν ακόµα και επιβαρυντικά, αφού έχουν συχνά περισσότερο λίπος και θερµίδες και συµβάλλουν στην αύξηση της παχυσαρκίας».

Επίσης, όπως συµβαίνει και µε τα προϊόντα λάιτ, τα τρόφιµα για διαβητικούς οδηγούν συχνά σε υπερκατανάλωση, λόγω της ανεµελιάς που προκαλεί η ειδική επισήµανσή τους, αδιαφορώντας για το θερµιδικό φορτίο.

















Πηγή: tanea.gr