Η απαγόρευση του καπνίσματος στους δημόσιους χώρους που επιβλήθηκε στη Βρετανία το 2007 μπορεί να οδήγησε στην αύξηση του αριθμού των καπνιστών που επιχείρησαν να το διακόψουν, αλλά ο αριθμός αυτός μειώθηκε μέσα σε λίγους μήνες, προκύπτει από μελέτη. Τα αποτελέσματα της μελέτης, που δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση Addiction, υπογραμμίζουν ότι ενώ η απαγόρευση του καπνίσματος μπορεί να οδηγήσει τους καπνιστές στο να προσπαθήσουν να το κόψουν, το πιθανότερο είναι να πρόκειται για τα ίδια άτομα που θα το έκοβαν και ότι απαιτούνται περισσότερες προσπάθειες ώστε να πειστούν κι άλλοι να απαλλαγούν από τη συνήθεια.

«Άλλοι συναφείς παράγοντες και κοινωνικά πρότυπα εξακολουθούν να επηρεάζουν τη συμπεριφορά ενός καπνιστή»,λέει η Λίζα Σβατκόφσκι, ερευνήτρια στο βρετανικό Κέντρο Μελετών για τον Έλεγχο των Προϊόντων Καπνού στο πανεπιστήμιο του Νότινγχαμ, και επικεφαλής της μελέτης.

 «Παράγοντες όπως η παροχή εξωτερικών χώρων για το κάπνισμα ή η παρέα με καπνιστές μπορεί να σημαίνουν ότι η νομοθεσία για την απαγόρευση του καπνίσματος δεν λειτουργεί ως ένα διαρκές κίνητρο για να κόψει κάποιος το κάπνισμα εν καιρώ»,  εξήγησε η ίδια στο Reuters Health μέσω email.

 Η έρευνα εξέτασε την αλλαγή στον αριθμό των συνταγών φαρμάκων που έγραψαν οι γιατροί σε καπνιστές για να τους βοηθήσουν να το κόψουν πριν και μετά την επιβολή του νόμου, την 1η Ιουλίου του 2007.

 Η συνταγογράφηση περιλαμβάνει την θεραπεία με υποκατάστατα νικοτίνης, την χορήγηση του αγχολυτικού bupropion και του νέου φαρμάκου για την διακοπή του καπνίσματος, του varenicline (βαρενικλίνη), που διατίθεται με την εμπορική ονομασία Chantix στις ΗΠΑ και από το 2006 και στη Βρετανία.

 Κατά τους εννέα μήνες που προηγήθηκαν της απαγόρευσης, οι συνταγές για όλες τις προαναφερθείσες θεραπείες αυξήθηκαν κατά 6,4%, αλλά εννέα μήνες μετά την απαγόρευση μειώθηκαν κατά 6,4%.

«Είναι ομολογουμένως λίγο απογοητευτικό, αλλά δεν μας εκπλήσσει», λέει ο Ντέιβιντ Έϊμπραμς, διευθυντής του Εθνικού Ερευνητικού Ινστιτούτου για τον Καπνό Στίβεν Α.Σρέντερ.

 Ο Έϊμπραμς, ο οποίος δεν μετείχε στην έρευνα, είπε ότι η απαγόρευση προφανώς αποτέλεσε κίνητρο για εκείνους που είχαν ήδη την πρόθεση να το κόψουν.

 Τόσο ο ίδιος όσο και η Σβατκόφσκι δήλωσαν ότι τα αποτελέσματα της έρευνας δεν σημαίνουν ότι η απαγόρευση του καπνίσματος δεν είναι αποτελεσματική.

«Ο πρωταρχικός σκοπός της νομοθεσίας της απαγόρευσης του καπνίσματος είναι να μειώσει την έκθεση των μη καπνιστών στον περιβαλλοντικό καπνό και η απαγόρευση του καπνίσματος στη Βρετανία έχει αναμφίβολα σημειώσει επιτυχία σε αυτό τον τομέα. Αυτό υποστηρίζεται και από άλλες έρευνες,» λέει η Σβατκόφσκι.

Προγενέστερη έρευνα διαπίστωσε ότι ένα χρόνο μετά την απαγόρευση του καπνίσματος στη Βρετανία, οι νοσηλείες για εμφράγματα μειώθηκαν κατά 2,4%, γεγονός το οποίο οι ερευνητές αποδίδουν στη νομοθεσία.