Ένα διαγνωστικό εγκεφαλικό τεστ, το οποίο θα μπορεί να προβλέπει έγκαιρα, μέχρι και μια δεκαετία πριν, την εκδήλωση της νόσου Αλτσχάιμερ, θα είναι έτοιμο σε περίπου ένα χρόνο να εφαρμοστεί στα νοσοκομεία, συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση της νευροεκφυλιστικής οδυνηρής ασθένειας. Περίπου 18 εκατ. άνθρωποι πάσχουν από τη νόσο διεθνώς, η οποία αποτελεί την πιο κοινή μορφή άνοιας. Το τεστ, που βασίζεται στην τεχνική της τομογραφίας εκπομπής ποζιτρονίων (ΡΕΤ), μπορεί να εντοπίσει και να αναλύσει μια πρωτεΐνη-κλειδί, το βήτα αμυλοειδές, που συνδέεται με τη νόσο. Η κλινική αξιοποίηση της απεικόνισης του αμυλοειδούς με το τεστ ΡΕΤ αναμένεται να βρει ευρεία εφαρμογή, όπως δήλωσε ο καθηγητής πυρηνικής ιατρικής Κρίστοφερ Ρόου του νοσοκομείου Όστιν στη Βικτόρια της Αυστραλίας.

Τα αποτελέσματα τριών νέων μελετών από τα πανεπιστήμια της Μελβούρνης και του Τέξας, σχετικά με την αποτελεσματικότητα του ΡΕΤ στη διάγνωση του Αλτσχάιμερ, παρουσιάστηκαν στο ετήσιο συνέδριο της Εταιρίας Πυρηνικής Ιατρικής στο Σαν Αντόνιο του Τέξας, σύμφωνα με το Γαλλικό Πρακτορείο και τη βρετανική "Τέλεγκραφ".

Οι ερευνητές επισήμαναν ότι οι νέες μέθοδοι θα έχουν ολοένα αυξανόμενη σημασία, καθώς ο παγκόσμιος πληθυσμός γηράσκει και γίνεται πιο ευάλωτος στο Αλτσχάιμερ, για το οποίο μέχρι στιγμής δεν υπάρχει θεραπεία. Είναι όμως σημαντικό να γίνεται όσο το δυνατό πιο γρήγορα η διάγνωση, ώστε να υπάρχει η κατάλληλη προετοιμασία και η έγκαιρη φαρμακευτική ή άλλη αγωγή.

Η ανίχνευση του βήτα αμυλειδούς αυξάνει την πιθανότητα τα άτομα να γνωρίσουν έκπτωση των νοητικών λειτουργιών τους μέσα στα επόμενα χρόνια. Η διάγνωση της πρωτεΐνης θα μπορεί πλέον να γίνεται ως τεστ ρουτίνας αρκετά χρόνια πριν εκδηλωθούν τα πρώτα συμπτώματα. Οι προηγούμενες έρευνες έχουν δείξει ότι η νόσος αρχίζει να επενεργεί αθόρυβα μέχρι και μια δεκαετία πριν εμφανιστούν τα πρώτα σημάδια της άνοιας (απώλεια μνήμης κ.α.).

Η πλάκα του βήτα αμυλοειδούς ανευρίσκεται και στους εγκεφάλους των υγιών ηλικιωμένων ανθρώπων και διευρύνεται με το πέρασμα του χρόνου. Κατά μέσο όρο μεγαλώνει με ρυθμό 2% έως 3% ετησίως και υπάρχει περίπου στο 12% των ατόμων άνω των 60 ετών, στο 30% άνω των 70 ετών και στο 55% άνω των 80 ετών.