Νέα έρευνα υποδεικνύει ότι μπορεί ενδεχομένως να υπάρχει σχέση μεταξύ των δερματικών αλλεργιών και του κινδύνου εμφάνισης ορισμένων ειδών καρκίνου. Στη νέα έρευνα, Δανοί επιστήμονες παρακολούθησαν σχεδόν 17.000 ενήλικες που εξετάστηκαν για δερματικές αλλεργίες σε περίοδο 23 ετών. Περισσότεροι από 6.000 ήταν θετικοί σε αλλεργία για τουλάχιστον μια χημική ουσία ή μέταλλο και φάνηκε να εμφανίζουν χαμηλότερο κίνδυνο για καρκίνο του δέρματος εκτός μελανώματος και καρκίνο μαστού, αλλά υψηλότερο για καρκίνο της ουροδόχου κύστης.

Ωστόσο τα ευρήματα δεν σημαίνουν ότι άνθρωποι με δερματικές αλλεργίες αντιμετωπίζουν υψηλότερο ή χαμηλότερο κίνδυνο καρκίνου. Η έρευνα υποδεικνύει σχέση μεταξύ δερματικών αλλεργιών και καρκίνου, αν και οι ερευνητές πιστεύουν ότι παρέχει περισσότερες ενδείξεις για την υπόθεση της ανοσοεπιτήρησης.

Ο Δρ. Clifford Bassett, του NYU Langone School of Medicine, που δεν έλαβε μέρος στην έρευνα, δήλωσε ότι θεωρητικά οι ερευνητές της συγκεκριμένης μελέτης πιστεύουν ότι οι δερματικές αλλεργίες θέτουν σε υπερλειτουργία το ανοσοποιητικό σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να αντιδράσει σε μεγάλο βαθμό και ενδεχομένως υπάρχει προστατευτική λειτουργία. Επομένως το ανοσοποιητικό ίσως είναι περισσότερο πιθανό να πολεμά ορισμένους εισβολείς περιλαμβανομένου του καρκίνου.

Οι ερευνητές πιστεύουν ότι ο αυξημένος κίνδυνος για καρκίνο ουροδόχου κύστης μπορεί ενδεχομένως να οφείλεται σε αρκετούς παράγοντες, όπως η συσσώρευση χημικών στα ούρα, χρήση βαφής μαλλιών και κάπνισμα.

Άλλοι ειδικοί σημειώνουν ότι τα ευρήματα και άλλων ερευνών δεν ήταν καταληκτικά. Παρόλα αυτά, πιστεύουν ότι τα ευρήματα της νέας έρευνας μπορεί να προστεθούν στις γνώσεις για τη λειτουργία του ανοσοποιητικού.

Πρόκειται για ενδιαφέρουσα θεωρία, δήλωσε ο Dr. Stanley Fineman, πρόεδρος του American College of Allergy, Asthma and Immunology. Μαθαίνουμε πολλά για το ανοσοποιητικό σύστημα.

Άλλοι τύποι αλλεργιών όπως στη γύρη και άλλες εισπνεόμενες ουσίες δεν επηρεάζουν το ανοσοποιητικό σύστημα με τον τρόπο που το επηρεάζουν οι δερματικές αλλεργίες οι οποίες είναι γνωστές ως τύπος 4.



















Πηγή: iatronet.gr