Το τσίμπημα της τσούχτρας και τα αγκάθια του αχινού είναι οι μεγαλύτεροι κίνδυνοι που παραμονεύουν στις ακτές. Οι τσούχτρες, που υπολογίζεται ότι εμφανίζονται στις ελληνικές παραλίες περίπου κάθε 10 - 12 χρόνια, περιέχουν τοξίνες στα πλοκάμια τους, με αποτέλεσμα το τσίμπημά τους να είναι πιο επώδυνο. Η τελευταία μαζική εμφάνιση στις ακτές μας παρατηρήθηκε τη διετία 2005-2006. Πρόκειται για το είδος Pelagia noctiluca που διακρίνεται για το ανοιχτό μοβ, καφετί χρώμα της. Η διάμετρος του κεφαλιού της κυμαίνεται στα έξι εκατοστά. Οι τσούχτρες αυτές, όπως εξηγεί η δρ Ιωάννα Σιώκου - Φράγκου, διευθύντρια Ερευνών στο ΕΛΚΕΘΕ, εμφανίζονται σε μεγάλους πληθυσμούς και επομένως στις ακτές περίπου ανά 10 με 12 χρόνια. «Υπάρχει μία περιοδικότητα της παρουσίας πυκνών πληθυσμών από αυτούς τους οργανισμούς στο Αιγαίο ή στο Ιόνιο, αλλά μέχρι τώρα δεν είναι απολύτως ξεκάθαρο πού οφείλεται το γεγονός αυτό».

Ορισμένες μελέτες σε χώρες της Δυτικής Μεσογείου έχουν συνδυάσει την εμφάνιση σημαντικών πληθυσμών με κλιματικούς ή μετεωρολογικούς παράγοντες.

Γεγονός πάντως είναι, τονίζει η κ. Σιώκου - Φράγκου, ότι πληθυσμοί από τις συγκεκριμένες τσούχτρες ζουν στις ελληνικές θάλασσες και παρουσιάζουν περιοδικά αύξηση ή μείωση. Σε περιπτώσεις μεγάλων πληθυσμών εμφανίζονται πολλές τσούχτρες στις ακτές επειδή μεταφέρονται με τα θαλάσσια ρεύματα. Από την άλλη πλευρά, όταν οι πληθυσμοί τους στα πελάγη μειώνονται, τότε οι τσούχτρες δεν εμφανίζονται στις ακτές (νομίζουμε ότι εξαφανίστηκαν) ή φθάνουν ελάχιστες.

Το τσίμπημα της τσούχτρας Pelagia noctiluca είναι επώδυνο και προκαλείται από τοξίνες που απελευθερώνουν ειδικά κύτταρα στα πλοκάμια της μέδουσας, οι νηματοκύστεις, όταν έρθουν σε επαφή με το δέρμα.

Από την άλλη πλευρά, οι αχινοί είναι μόνιμοι θαμώνες στις ελληνικές ακτές και μάλιστα στα σημεία του πυθμένα που καλύπτονται από βράχια. Τα αγκάθια του αχινού προκαλούν ενόχληση που μπορεί να διαρκέσει μέχρι δύο ημέρες ενώ είναι εύκολο να αφαιρεθούν από το δέρμα αν είναι επιφανειακά με τσιμπιδάκι ή βελόνα.












Πηγή: εφημερίδα Τα Νέα