Οκτώ στους δέκα ενήλικες αντιμετωπίζουν κάποια στιγμή στη ζωή τους προβλήματα με τα ούλα τους. Αν και στις σοβαρότερες περιπτώσεις προκαλούν κακοσμία του στόματος και προβλήματα στα δόντια, αυτό δεν είναι το χειρότερο που μπορεί να επιφέρουν.
Όπως εξηγεί ο δρ Νάιτζελ Κάρτερ, εκτελεστικός διευθυντής του Βρετανικού Ιδρύματος Οδοντικής Υγείας (BDHF), η ουλίτιδα αρχίζει όταν προσκολλώνται στα δόντια βακτήρια, που σχηματίζουν μια πλάκα. Η οδοντική πλάκα ερεθίζει τα ούλα και τους προκαλεί φλεγμονή.

Η πρώτη ένδειξη της ουλίτιδας είναι η αιμορραγία γύρω από ένα ή περισσότερα δόντια. Επί χρόνια μετά μπορεί να μην υπάρξει κανένα άλλο σύμπτωμα, αλλά σταδιακά η φλεγμονή προκαλεί υποχώρηση των ούλων, διάβρωση των συνδέσμων που στηρίζουν το δόντι ή και του οστού ακόμα, και τελικά απώλεια του δοντιού.

Η διαδικασία αυτή είναι γνωστή ως περιοδοντική νόσος και ο οδοντίατρος μπορεί να την αναγνωρίσει από τα πρώτα της στάδια, κατά τον δρα Κάρτερ. Ο περισσότερος κόσμος, ωστόσο, μόνος του δεν μπορεί να την αντιληφθεί εγκαίρως.

Για να την αποφύγει κανείς πρέπει να καθαρίζει καθημερινά τα δόντια του δύο φορές, χρησιμοποιώντας οδοντόβουρτσα και οδοντικό νήμα, ενώ απαραίτητο είναι να πηγαίνει στον οδοντίατρο κάθε 6 έως 12 μήνες.

Όσοι δεν το κάνουν, δεν κινδυνεύουν απλώς να χάσουν τα δόντια τους. Μελέτες έχουν δείξει πως όταν αναπτυχθεί η περιοδοντική νόσος, τα βακτήρια που ευθύνονται γι’ αυτήν μπορεί να εισέλθουν στην κυκλοφορία του αίματος και από εκεί να φτάσουν σε όλο το σώμα, προκαλώντας προβλήματα εκεί όπου κανείς δεν το περιμένει.

Να μερικά από αυτά:

* Δυσκολίες στη σύλληψη και στην εγκυμοσύνη. Επιστήμονες από την Αυστραλία ανακάλυψαν ότι οι γυναίκες με ουλίτιδα καθυστερούν κατά μέσον όρο 2 μήνες να μείνουν έγκυοι σε σύγκριση με όσες έχουν υγιή ούλα – ίσως διότι τα βακτήρια της ουλίτιδας προκαλούν φλεγμονή στο εσωτερικό τοίχωμα της μήτρας, με συνέπεια να δυσκολεύεται η εμφύτευση του γονιμοποιημένου ωαρίου.

Επιπλέον, μπορεί να αυξηθεί ο κίνδυνος πρόωρου τοκετού, σύμφωνα με μελέτη του 2010 που διεξήχθη σε 872 εγκύους από επιστήμονες του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνια. Όπως έδειξε, το 23% των εγκύων με ουλίτιδα γέννησαν πριν από την 35η εβδομάδα της κυήσεως, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό σε εγκύους δίχως ουλίτιδα ήταν μόλις 7%.

Πριν από λίγα χρόνια, τέλος, μελέτη του Νοσοκομείου Guy’s and St Thomas’ στο Λονδίνο, στην οποία συμμετείχαν σχεδόν 4.000 έγκυοι, έδειξε πως όσο πιο προχωρημένη ήταν η περιοδοντική νόσος μιας εγκύου, τόσο περισσότερο κινδύνευε να αποβάλλει.

* Αρθρίτιδα. Οι πάσχοντες από ρευματοειδή αρθρίτιδα διατρέχουν οκταπλάσιο κίνδυνο να έχουν περιοδοντική νόσο σε σύγκριση με τον υγιή πληθυσμό, σύμφωνα με γερμανούς ερευνητές. Επιπλέον, μελέτη του Πανεπιστημίου του Μπέρμιγχαμ έδειξε πως η θεραπεία της περιοδοντικής νόσου μπορεί να βελτιώσει τα συμπτώματα της αρθρίτιδας.

«Πιστεύουμε ότι αυτό οφείλεται στο ότι τα βακτήρια των ούλων παράγουν πρωτεϊνες, οι οποίες ενεργοποιούν την αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος που οδηγεί στη ρευματοειδή αρθρίτιδα», λέει η δρ Πάολα Ντε Πάμπλο, ρευματολόγος στο Μπέρμιγχαμ.

* Βρογχίτιδα. Νωρίτερα εφέτος, δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Journal of Periodontology» μελέτη που συσχέτισε την περιοδοντική νόσο με τις αναπνευστικές λοιμώξεις. Όπως έδειξε, ομάδα 100 ασθενών που είχαν νοσηλευτεί εξαιτίας πνευμονοπαθειών, όπως η οξεία βρογχίτιδα, είχαν πολύ χειρότερη περιοδοντική υγεία σε σύγκριση με αντίστοιχη ομάδα υγιών εθελοντών.

* Στυτική δυσλειτουργία. Μία άλλη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο ίδιο περιοδικό, έδειξε πως όσο χειρότερη περιοδοντική υγεία είχε ομάδα πασχόντων από στυτική δυσλειτουργία, τόσο σοβαρότερη ήταν η δυσλειτουργία αυτή. Προγενέστερες μελέτες, εξάλλου, είχαν υποδηλώσει πως η φλεγμονή της περιοδοντικής νόσου εμποδίζει την παραγωγή μιας ουσίας που λέγεται μονοξείδιο του αζώτου και χαλαρώνει τα αιμοφόρα αγγεία, αυξάνοντας έτσι την ροή αίματος στο πέος.

* Άνοια. Μελέτες έχουν δείξει πως η περιοδοντική νόσος μπορεί να συμβάλλει στον κίνδυνο αναπτύξεως άνοιας. Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο Κολούμπια, λ.χ., ανέφεραν προ διετίας πως άντρες και γυναίκες με περιοδοντική νόσο, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο να μην αποδίδουν καλά σε τεστ μνήμης. Αντίστοιχα ευρήματα είχαν και μελέτες του δρ Κλάιβ Μπάλαρντ, καθηγητή Γηριατρικής στο King’s College του Λονδίνου.

* Καρδιοπάθεια. Η περιοδοντική νόσος διπλασιάζει τον κίνδυνο αναπύξεως στεφανιαίας νόσου. Επιπλέον, είναι συνηθισμένη πρακτική να ελέγχεται η οδοντική υγεία των ασθενών που χρειάζονται αλλαγή σε βαλβίδα της καρδιάς, ώστε πρώτα να θεραπευτεί η περιοδοντική νόσος, κατά τον δρα Τζων Κλήλαντ, καθηγητή Καρδιολογίας στο Πανεπιστήμιο Hull.

* Διαβήτης. Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου ανέφεραν πέρυσι ότι η θεραπεία της περιοδοντικής νόσου μπορεί να συμβάλλει στην καλύτερη ρύθμιση του σακχάρου και στον έλεγχο των επιπλοκών του διαβήτη τύπου 2.











Πηγή : ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ