Σύμφωνα με τα τελευταία επιδημιολογικά δεδομένα, η παχυσαρκία αποτελεί δυσάρεστο «προνόμιο» των χαμηλών εισοδημάτων. Φαίνεται πως η οικονομική κρίση επηρεάζει τις διατροφικές μας επιλογές και μέσα από αυτό το συμπέρασμα, καταλαβαίνουμε ότι το κοινωνικό status επηρεάζει τα κιλά μας και κατ’ επέκταση την υγεία μας. Το οξύμωρο είναι ότι, ενώ οι υγιεινές τροφές είναι πιο οικονομικές, π.χ. φρούτα και λαχανικά εποχής (από λαϊκές αγορές), όσπρια, ζυμαρικά, άπαχα γαλακτοκομικά προïόντα, οι περισσότεροι άνθρωποι που αντιμετωπίζουν οικονομικό πρόβλημα στρέφονται στο «γρήγορο», «φθηνό» και «έτοιμο» φαγητό.
 
Σύμφωνα με την μελέτη ΑΤΤΙΚΗ, του Τμήματος Επιστήμης Διατροφής Διαιτολογίας του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου, το χαμηλό οικονομικό επίπεδο του ελληνικού πληθυσμού σχετίζεται άμεσα με μη υγιεινές διατροφικές συνήθειες και παχυσαρκία. Επίσης, μελέτες του Πανεπιστήμιου Coventry (Public Health Nutrition), δείχνουν ότι η οικονομική πίεση επηρεάζει την ποιότητα των διατροφικών επιλογών. Η οικονομική δυσχέρεια και η πίεση, λόγω οικονομικής κρίσης, οδηγούν σε ανθυγιεινές διατροφικές συνήθειες, με αποτέλεσμα να παρατηρούνται σοβαρές ελλείψεις σε θρεπτικά συστατικά.

Στην άλλη άκρη, δηλαδή σε στρώματα του πληθυσμού που βρίσκονται σε καλύτερη οικονομική κατάσταση, παρατηρούνται καλύτερες διατροφικές συνήθειες. Ιδιαίτερα οι γυναίκες, εμφανίζονται με χαμηλότερο σωματικό βάρος και αυτό οφείλεται στην αυξημένη ανησυχία τους για κομψή σιλουέτα, στα ανώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα.

Ενδιαφέρον έχουν και οι μελέτες στα παιδιά, όπου διαπιστώνεται ότι τα παιδιά ανώτερων κοινωνικών στρωμάτων τρώνε πιο συχνά πρωινό γεύμα, γυμνάζονται τακτικά και επιλέγουν πιο υγιεινά σνακ. Η βιβλιογραφία αναφέρει, πως ο συνδυασμός χαμηλού εισοδήματος, χαμηλού κοινωνικού επιπέδου και παχυσαρκίας σε έναν ή και στους δύο γονείς, συμβάλλει στη δημιουργία συνθηκών για ανάπτυξη παχυσαρκίας στα παιδιά, όχι τόσο λόγω κληρονομικότητας, αλλά κυρίως λόγω του οικογενειακού περιβάλλοντος που συχνά διαμορφώνεται.
 
Με απλά λόγια, τα παιδιά αντίστοιχων οικογενειών συχνά καταλήγουν να καταναλώνουν τρόφιμα χαμηλού κόστους, ανθυγιεινά, με μεγάλη περιεκτικότητα σε λιπαρά και αλάτι.

Επίσης, οι οικογένειες με τα παραπάνω χαρακτηριστικά, συχνά παραλείπουν τα οικογενειακά γεύματα και άλλες οικογενειακές εκδηλώσεις, που προωθούν την υιοθέτηση ενός σωστού τρόπου διατροφής, των τακτικών γευμάτων και της σωστής διατροφικής συμπεριφοράς.

Βέβαια, το κοινωνικό και μορφωτικό επίπεδο των γονέων συνδέεται και με το δικό τους σωματικό βάρος. Άτομα χαμηλού μορφωτικού και κοινωνικού επιπέδου εμφανίζουν συχνότερα παχυσαρκία, κάτι που έχει έμμεση επίπτωση στο βάρος του παιδιού. Συγκεκριμένα, έχει διαπιστωθεί πως:

-Περίπου το 0-20% των παιδιών με γονείς φυσιολογικού βάρους είναι παχύσαρκα.
-Περίπου το 40% των παιδιών με έναν από τους δύο γονείς παχύσαρκο είναι παχύσαρκα.
-Περίπου το 80% των παιδιών που έχουν και τους δύο γονείς παχύσαρκους είναι παχύσαρκα.

Αυτά τα αποτελέσματα δεν αποδίδονται μόνο στο γεγονός ότι τα παιδιά κληρονομούν από τους γονείς τους γονίδια, που ίσως σχετίζονται με αυξημένο σωματικό βάρος αλλά υιοθετούν τις συνήθειες διατροφής και σωματικής άσκησης, αφού μεγαλώνουν στο ανάλογο περιβάλλον.

Δυστυχώς οι Έλληνες, τα τελευταία χρόνια κατέχουν υψηλή θέση στα ποσοστά παχυσαρκίας. Μόνο 4 στους 10 Έλληνες έχουν φυσιολογικό σωματικό βάρος, σύμφωνα με την πανελλαδική έρευνα Hellas Health II. Οι λαοί στις ανεπτυγμένες χώρες, τα τελευταία 30 χρόνια, δέχονται αυξανόμενες επιδράσεις ενός φυσικού και κυρίως κοινωνικο-οικονομικού περιβάλλοντος, που προάγει την παχυσαρκία. Από την άλλη μεριά, οι μακροχρόνιες επιδράσεις του βελτιωμένου εκπαιδευτικού και βιοτικού επιπέδου, έχουν ευαισθητοποιήσει τους πολίτες για τους κινδύνους, που διατρέχει η υγεία τους από ανθυγιεινές συμπεριφορές και τους έχουν καταστήσει πιο ικανούς να χειρίζονται σωστά τα ζητήματα που σχετίζονται με την υγεία τους.














ΠΗΓΗ: mednutrition.gr