Τα παιδιά που γεννιούνται με γενετικά ελλείμματα ή από μητέρες που έχουν ιστορικό πολλαπλών θνησιγενειών, ενδεχομένως να διατρέχουν υψηλότερο του αναμενόμενου κίνδυνο εκδήλωσης καρκίνου του εγκεφάλου, σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό έντυπο Pediatrics.
Ο κίνδυνος είναι παραμένει μικρός καθώς τα παιδιά σπανίως εμφανίζουν καρκίνο του εγκεφάλου. Πάντως σύμφωνα με στοιχεία της Αμερικανικής Αντικαρκινικής Εταιρείας, κάθε χρόνο στις ΗΠΑ 4.000 παιδιά και έφηβοι διαγνώσκονται με κάποιο καρκινικό όγκο του κεντρικού νευρικού συστήματος (εγκέφαλος ή νωτιαίος μυελός).

Μερικές εκ των περιπτώσεων αυτών αποδίδονται σε συγκεκριμένα κληρονομικά γενετικά σύνδρομα, αλλά γενικά ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά για τα αίτια εκδήλωσης καρκίνου στον εγκέφαλο και τον νωτιαίο μυελό στα παιδιά.

Στην έρευνα που εκπονήθηκε από την Δρ Σόνια Παρταπ από το Πανεπιστήμιο Στανφορντ και την Λουσιλ Πακαρντ του Νοσοκομείο Παίδων στο Πάλο Αλτο της Καλιφόρνια, εξετάστηκαν στοιχεία για περιπτώσεις καρκίνου που είχαν καταγραφεί την Πολιτεία της Καλιφόρνια. Εντοπίστηκαν 3.733 περιπτώσεις καρκίνου του εγκεφάλου ή του νωτιαίου μυελού σε παιδιά μικρότερα των 15 ετών, την περίοδο 1988-2006.

Συνολικά, το 1,2% των παιδιών αυτών είχαν γεννηθεί με κάποιο γενετικό έλλειμμα, έναντι του 0,6% των 15.000 υγιών παιδιών που αποτελούσαν την ομάδα ελέγχου.

Τα παιδιά με γενετική ανωμαλία είχαν αυξημένες πιθανότητες εκδήλωσης καρκινικών όγκων στα συγκεκριμένα σημεία του οργανισμού τους. Για την ακρίβεια είχαν σχεδόν τετραπλάσιες πιθανότητες από τα υγιή παιδιά να εκδηλώσουν αρχέγονο νευρο-εξωδερματικό όγκο (όγκος που πηγάζει από ανώριμα εγκεφαλικά κύτταρα και αναλογεί στο ένα πέμπτο των παιδικών εγκεφαλικών όγκων).

Ομοίως ο κίνδυνος εκδήλωσης όγκων στα γεννητικά κύτταρα (σπάνια μορφή εγκεφαλικού όγκου σε παιδιά) ήταν εξαπλάσιος.

Ωστόσο, τα παιδιά με γενετικές ανωμαλίες δεν διέτρεχαν αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης γλοιώματος (συχνός εγκεφαλικός όγκος), που αναλογεί στο 57% των περιπτώσεων.

Η μελέτη εντόπισε και υψηλότερο κίνδυνο εκδήλωσης όγκου σε παιδιά των οποίων οι μητέρες είχαν τουλάχιστον δύο θνησιγένειες σε τελικά στάδια της κύησης, δηλαδή το έμβρυο είχε αποβιώσει μετά την 20η εβδομάδα κυοφορίας.

Τα παιδιά αυτά είχαν τριπλάσιες πιθανότητες να εκδηλώσουν κάποιον όγκο στον εγκέφαλο ή τον νωτιαίο μυελό.

Δεδομένου ότι τόσο οι γενετικές ανωμαλίες όσο και η θνησιγένεια περιλαμβάνουν κάποια μορφή γενετικού ελλείμματος, είναι πιθανόν αυτό να εξηγεί τον υψηλότερο κίνδυνο καρκίνου.

«Η γενετική ενδεχομένως να παίζει μεγαλύτερο ρόλο στους καρκίνους του κεντρικού νευρικού συστήματος, απ’ όσο πιστεύαμε μέχρι σήμερα», υπογραμμίζουν οι ερευνήτριες.

Οι αποβολές πάντως δεν σχετίστηκαν με τον κίνδυνο καρκίνου. Άρα ίσως οι γενετικές ανωμαλίες που προκαλούν την πρώιμη απώλεια του κυήματος να μην σχετιζονται με τον καρκίνο, ενώ τα γονιδιακά ελλείμματα που είναι «συμβατά» με την έννοια της ζωής, να συντελούν στον κίνδυνο καρκινογένεσης.

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι γενετικές ανωμαλίες έχουν σχετιστεί με υψηλότερο κίνδυνο εκδήλωσης καρκίνου γενικώς. Αλλά οι ερευνητές προσπαθούν ακόμα να απαντήσουν στο ερώτημα αν συγκεκριμένες γενετικές ανωμαλίες ευθύνονται γι’ αυτό. Προκαταρκτικά στοιχεία δείχνουν ότι τα ελλείμματα στην καρδιά και τον εγκέφαλο, σχετίζονται περισσότερο με τον παιδιατρικό καρκίνο.


Πηγή: health.in.gr