Ένας γενετικά τροποποιημένος ιός, που εισήχθη στο αίμα των ασθενών, κατάφερε να καταστρέψει με επιλεκτικό τρόπο καρκινικά κύτταρα σε όλο τον οργανισμό τους, χωρίς να προκληθούν παράπλευρες απώλειες σε υγιείς ιστούς του σώματος. Το επίτευγμα, που χαρακτηρίστηκε παγκόσμια ιατρική «πρωτιά», αν και βασίστηκε σε μια μικρή κλινική δοκιμή σε 23 άτομα, ελπίζεται ότι ανοίγει το δρόμο για μια νέου τύπου επαναστατική καταπολέμηση των όγκων στο μέλλον, με την «στρατολόγηση» ιών που θα επιτίθενται ταυτόχρονα σε πολλές μεταστάσεις, χωρίς να προκαλούν παρενέργειες όπως άλλες θεραπείες.

Η αξιοποίηση των ιών κατά του καρκίνου δεν αποτελεί νέα ιδέα, όμως η τεχνική συναντά δυσκολίες, που αφορούν κυρίως τη σωστή στόχευση και τη διασφάλιση ότι οι ιοί δεν θα εξοντώσουν «και τα χλωρά μαζί με τα ξερά». Το νέο επίτευγμα ακριβώς επιτρέπει στους ογκολόγους να αισιοδοξούν ότι οι ιοί αποτελούν μια πολλά υποσχόμενη θεραπευτική μέθοδο, στο βαθμό που βελτιώνεται η «χειραγώγησή» τους.

Οι Καναδοί και Αμερικανοί ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή Τζον Μπελ του πανεπιστημίου της Οτάβα, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό «Nature», σύμφωνα με το BBC και το πρακτορείο Ρόιτερ, τροποποίησαν γενετικά ένα ιό που χρησιμοποιείται συνήθως για την ανάπτυξη ενός εμβολίου κατά της ευλογιάς και ο οποίος αναπαράγεται χρησιμοποιώντας ένα χημικό «μονοπάτι», που είναι κοινό με αυτό σε μερικές μορφές καρκίνου. Ο ιός (JX-954) εγχύθηκε σε διάφορες δόσεις στο αίμα 23 καρκινοπαθών με πολλαπλές μεταστάσεις σε διάφορα όργανα. Από τους οκτώ που πήραν την μεγαλύτερη δόση, στους επτά ο ιός αναπαράχθηκε μόνο σε καρκινικό ιστό και όχι σε υγιή.

Η «μόλυνση» των ασθενών με τον τροποποιημένο ιό εμπόδισε την περαιτέρω ανάπτυξη των όγκων στους ασθενείς, αλλά δεν θεράπευσε τον καρκίνο τους. Οι ασθενείς έλαβαν μόνο μια δόση, καθώς η κλινική δοκιμή ήταν περιορισμένου εύρους και αποσκοπούσε κατ' αρχήν στον έλεγχο της ασφάλειας του ιού, αν και οι ερευνητές πιστεύουν ότι θα είναι δυνατό να αυξήσουν μελλοντικά τη δοσολογία χορήγησης του ιού. Οι παρενέργειες ήσαν γενικά πολύ ελαφριές και παροδικές (τύπου 24ωρης γρίπης) και όχι σοβαρές και μακρόχρονες όπως στην χημειοθεραπεία.

Σύμφωνα πάντως με τον καθηγητή Μπελ (που είναι και επιστημονικός υπεύθυνος της εταιρίας βιοτεχνολογίας Jennerex Inc, η οποία εμπλέκεται στις δοκιμές με τον ιό), η έρευνα βρίσκεται ακόμα στα πρώτα της στάδια, εμφανίστηκε όμως αισιόδοξος: «Πιστεύω ότι μια μέρα οι ιοί και άλλες βιολογικές θεραπείες θα μεταμορφώσουν κυριολεκτικά την προσέγγιση μας για την θεραπεία του καρκίνου». Σε επόμενο στάδιο, οι ερευνητές θα κάνουν μια νέα μεγαλύτερη κλινική δοκιμή της πειραματικής θεραπείας με 120 ασθενείς που πάσχουν από καρκίνο του ήπατος. Επειδή μερικοί είδη αυτού του συγκεκριμένου καρκίνου προκαλούνται από ιούς (όπως της ηπατίτιδας Β), πιστεύεται ότι το ήπαρ ίσως είναι πιο «ευάλωτο» σε ένα δεύτερο ιό (τον τροποποιημένο) και άρα ένας όγκος σε αυτό το όργανο θα μπορούσε να θεραπευτεί πιο εύκολα με τη νέα μέθοδο. Οι άλλες υπάρχουσες τεχνικές θεραπείας με ιούς, είτε απαιτούν την απευθείας εισαγωγή του ιού στον όγκο (άρα δεν βοηθάνε στις μεταστάσεις), είτε τη συνοδευτική χρήση χημειοθεραπείας. «Είναι η πρώτη φορά στην ιατρική ιστορία που μια θεραπεία με ιούς αποδείχτηκε ότι με συνέπεια και επιλεκτικότητα αναπαράγεται σε καρκινικό ιστό, μετά από ενδοφλέβια έγχυση σε ανθρώπους. Η ενδοφλέβια εισαγωγή του ιού είναι κρίσιμη για την θεραπεία του καρκίνου, επειδή μας επιτρέπει να στοχεύσουμε όγκους σε όλο το σώμα, αντίθετα με όταν στοχεύουμε μόνο απευθείας συγκεκριμένους όγκους».

Σε μια συναφή εξέλιξη, ερευνητές του πανεπιστημίου της Φλόριντα, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό ιατρικής χημείας «ACS Medicinal Chemistry Letters» της Αμερικανικής Χημικής Εταιρίας, τροποποίησαν μια τοξική χημική ουσία, την απρατοξίνη, που παράγεται από μικροσκοπικά θαλάσσια μικρόβια (κυανοβακτήρια) και με επιτυχία την χρησιμοποίησαν σε εργαστηριακές δοκιμές με ποντίκια για να καταστρέψουν κύτταρα από καρκινικούς όγκους στην περιοχή του εντέρου. Τα πειράματα έδειξαν ότι, ακόμα και σε υψηλές δόσεις τα πειραματόζωα δεν αντιμετώπισαν σοβαρές παρενέργειες και η τοξική δράση της ουσίας περιορίστηκε στα καρκινικά κύτταρα. Οι ερευνητές, υπό τον καθηγητή ιατρικής χημείας Χέντρικ Λούες, ευελπιστούν ότι η έρευνά τους, που βρίσκεται στα πρώτα της στάδια, θα οδηγήσει σε ένα νέο αντικαρκινικό φάρμακο.