Οι άνθρωποι που έχουν υψηλά επίπεδα χοληστερίνης, αντιμετωπίζουν υψηλότερο κίνδυνο να εμφανίσουν τη νόσο Αλτσχάιμερ, σύμφωνα με μια νέα ιαπωνική επιστημονική έρευνα. Εξάλλου, μια άλλη βρετανική μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι περισσότερες περιπτώσεις άνοιας ποτέ δεν διαγιγνώσκονται, με συνέπεια οι ασθενείς να μην τυγχάνουν της κατάλληλης θεραπείας.

Οι ερευνητές του πανεπιστημίου Κιούσου της Φουκουόκα, με επικεφαλής τον Κενσούκε Σασάκι, που δημοσίευσαν τη σχετική εργασία στο περιοδικό «Neurology»της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας, βρήκαν ότι η υψηλή χοληστερίνη σχετίζεται σε σημαντικό βαθμό με την ανάπτυξη πλακών στον εγκέφαλο, οι οποίες προκαλούν άνοια και Αλτσχάιμερ.

Οι επιστήμονες μελέτησαν τα επίπεδα χοληστερίνης περίπου 2.600 ατόμων ηλικίας 40 - 79 ετών, χωρίς συμπτώματα Αλτσχάιμερ. Στη συνέχεια, μετά από μακρά παρατήρηση 10 - 15 ετών, οι ερευνητές έκαναν νεκροψία σε 147 ανθρώπους από το ανωτέρω δείγμα, που πέθαναν στο μεταξύ. Από αυτούς, οι 50 (ποσοστό 34%) είχαν διαγνωστεί με άνοια πριν το θάνατό τους.

Οι νεκροψίες αναζήτησαν πλάκες στον εγκέφαλο, οι οποίες αποτελούν το «σήμα κατατεθέν» του Αλτσχάιμερ και προκαλούνται από τη συσσώρευση της πρωτεΐνης αμυλοειδούς ανάμεσα στα κύτταρα (νευρώνες). Αποκαλύφθηκε ότι όσοι, όσο ζούσαν, είχαν υψηλή χοληστερίνη, είχαν επίσης σημαντικά περισσότερες πλάκες σε σχέση με όσους είχαν χαμηλή χοληστερίνη. "Η έρευνά μας δείχνει ξεκάθαρα ότι η υψηλή χοληστερίνη μπορεί να συμβάλει άμεσα ή έμμεσα στην ανάπτυξη πλακών στον εγκέφαλο", δήλωσε ο Σασάκι, πρόσθεσε όμως ότι "δεν υπάρχει μια απλή σχέση ανάμεσα στην μείωση της χοληστερίνης και στην καταπολέμηση του Αλτσχάιμερ".

Στο παρελθόν, οι ίδιοι ιάπωνες ερευνητές είχαν ανακαλύψει ότι η ινσουλινο-αντίσταση, ένα σημάδι διαβήτη, μπορεί να αποτελεί ένα ακόμα παράγοντα κινδύνου για τη δημιουργία εγκεφαλικών πλακών που σχετίζονται με το Αλτσχάιμερ.

Στη δεύτερη μελέτη, οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή Μάρτιν Πρινς του Ινστιτούτου Ψυχιατρικής του King's College του Λονδίνου, σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερ, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι σχεδόν 36 εκατ. άνθρωποι παγκοσμίως ζουν με κάποια μορφής άνοιας και Αλτσχάιμερ, αλλά από αυτούς οι περισσότεροι (περίπου 28 εκατ.) δεν έχουν διαγνωστεί μέχρι η νόσος να βρεθεί σε πολύ προχωρημένο στάδιο, οπότε είναι αργά πια για οποιαδήποτε φαρμακευτική ή άλλη θεραπευτική παρέμβαση.

«Η αποτυχία διάγνωσης του Αλτσχάιμερ έγκαιρα αποτελεί μια τραγικά χαμένη ευκαιρία να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων», δήλωσε η δρ Ντέιζι Ακόστα, πρόεδρος της διεθνούς οργάνωσης «Alzheimer's Disease International», που χρηματοδότησε την μελέτη. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, η συγκεκριμένη νόσος και οι λοιπές μορφές άνοιας κοστίζουν 604 δισ. δολάρια διεθνώς στα συστήματα υγείας, ένα κόστος που αναμένεται να εκτοξευτεί περαιτέρω, καθώς ο αριθμός των πασχόντων εκτιμάται ότι θα τριπλασιαστεί έως το 2050.

Η οργάνωση προσπαθεί να πείσει όλα τα κράτη να εφαρμόσουν μια εθνική στρατηγική καταπολέμησης της άνοιας, που θα περιλαμβάνει την έγκαιρη διάγνωση. Πρόσφατες έρευνες έχουν συμπεράνει ότι η νόσος αρχίζει τουλάχιστον δέκα χρόνια πριν εμφανιστούν τα πρώτα συμπτώματα και πολλοί επιστήμονες συμφωνούν ότι πρέπει να καθιερωθεί ο έγκαιρος διαγνωστικός έλεγχος. Τα υπάρχοντα φάρμακα δεν θεραπεύουν το Αλτσχάιμερ, αλλά βελτιώνουν τα συμπτώματα σε μερικούς ασθενείς ή καθυστερούν την εξέλιξή της νόσου.