Η βιταμίνη Β12 είναι μια βασική πρωτεΐνη, που παίζει πολλούς ρόλους στον οργανισμό, καθώς είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη και τη διατήρηση υγιούς του νευρικού συστήματος, για την παραγωγή του DNA και για τη δημιουργία των ερυθρών αιμοσφαιρίων. Καθώς γερνάμε, όμως, ελαττώνεται η ικανότητα του οργανισμού να την απορροφά από τα τρόφιμα, με συνέπεια να παρουσιάζεται ανεπάρκεια σε αυτήν, αναφέρει η εφημερίδα «New York Times». Η ανεπάρκεια μπορεί να υπάρχει επί χρόνια και να προκαλεί πλειάδα συμπτωμάτων, τα οποία είναι πιθανό να εκληφθούν λανθασμένα ως κάτι άλλο ή να αποδοθούν στα γηρατειά.

Η σοβαρή ανεπάρκειά της οδηγεί σε αναιμία, την οποία μπορούν εύκολα να διαγνώσουν οι αιματολογικές εξετάσεις. Όμως στα λιγότερο χαρακτηριστικά συμπτώματά της συμπεριλαμβάνονται μυϊκή αδυναμία, κόπωση, τρέμουλο, ασταθής βάδιση, ακράτεια, υπόταση, κατάθλιψη και άλλες διαταραχές της ψυχικής διάθεσης, καθώς και νοητικά προβλήματα όπως η κακή μνήμη.

Αν και τα φυσιολογικά επίπεδά της διαφέρουν από εργαστήριο σε εργαστήριο, σε γενικές γραμμές ανεπάρκεια της Β12 θεωρείται στους ενηλίκους κάθε επίπεδο κάτω από 250 πικογραμμάρια ανά χιλιοστό του λίτρου ορού αίματος (pg/ml).

Αποθήκευση και πηγές

Όπως όλες οι βιταμίνες του συμπλέγματος Β, έτσι και η Β12 είναι υδατοδιαλυτή, αλλά ο οργανισμός αποθηκεύει τις έξτρα ποσότητές της στο ήπαρ και σε άλλους ιστούς.

Αν ένας άνθρωπος έχει επαρκή αποθέματα και ξαφνικά αρχίσει να την καταναλώνει σε ανεπαρκείς ποσότητες, η ανεπάρκεια μπορεί να εκδηλωθεί έπειτα από χρόνια. Αν όμως, ένας άνθρωπος δεν έχει επαρκείς ποσότητες αποθηκευμένες στον οργανισμό του και μειώσει την κατανάλωσή της από τα τρόφιμα, η ανεπάρκεια μπορεί να εκδηλωθείπολύ πιο σύντομα – συνήθως μέσα σε έναν χρόνο για τους ενηλίκους, πιο γρήγορα για τα νήπια.

Οι συνιστώμενες ημερήσιες δόσεις της βιταμίνης είναι 2,4 μικρογραμμάρια την ημέρα για τα άτομα ηλικίας 14 ετών και άνω2,6 μικρογραμμάρια ημερησίως για τις εγκύουςκαι 2,8 μικρογραμμάρια για τις γυναίκες που θηλάζουν τα μωρά τους.

Στη φυσική της μορφή, η βιταμίνη Β12 υπάρχει σε σημαντικές συγκεντρώσεις μόνο στα ζωικής προελεύσεως τρόφιμα, κυρίως στο συκώτι (83 μικρογραμμάρια ανά μερίδα των 100 γραμμαρίων). Καλές διατροφικές πηγές της είναι επίσης τα άλλα κόκκινα κρέατα, η γαλοπούλα, τα ψάρια και τα οστρακόδερμαΜικρότερες ποσότητες διαθέτουν τα γαλακτοκομικά προϊόντα, τα αυγά και το κοτόπουλο.

Οι ομάδες υψηλού κινδύνου

Οι καλές φυτικές πηγές της βιταμίνης Β12 είναι ελάχιστες, μάλιστα η βιταμίνηαπορροφάται δύσκολα από αυτές. Οι περισσότεροι αυστηρά χορτοφάγοι και τα νήπια που θηλάζουν πρέπει να καταναλώνουν συμπληρώματα ή εμπλουτισμένα δημητριακά για πρωινό ώστε να λαμβάνουν επαρκείς ποσότητες της Β12.

Ορισμένοι μικροοργανισμοί, όπως το βακτήριο σπιρουλίνα και ορισμένα φύκια, περιέχουν μια ψευδομορφή της, την οποία δεν μπορεί να αξιοποιήσει ο οργανισμός, αλλά μπορεί να οδηγήσουν σε λάθος τιμή τη μέτρησή της στο αίμα. Αξιόπιστη πηγή της δεν αποτελούν ούτε τα φύκια και το κριθάρι.

Στα ζωικά τρόφιμα, η Β12 είναι ενωμένη με τις πρωτεΐνες και πρέπει να απελευθερωθεί με τη βοήθεια των πεπτικών οξέων και ενός ενζύμου, για να μπορέσει να απορροφηθεί.

Έτσι, οι χρόνιοι χρήστες αντιόξινων φαρμάκων, καθώς και φαρμάκων για το έλκος, διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εκδήλωσης ανεπάρκειας της Β12 και συχνά χρειάζονται καθημερινό συμπλήρωμα της βιταμίνης.

Επιπλέον, τα επίπεδα των πεπτικών οξέων μειώνονται με την ηλικία. Υπολογίζεται ότι ποσοστό έως 30% των ατόμων ηλικίας άνω των 50 ετών δεν διαθέτουν αρκετά πεπτικά οξέα ώστε να απορροφούν τη Β12 από τα τρόφιμα. Γι’ αυτό και συχνά συνιστάται στα άτομα αυτά να παίρνουν συμπλήρωμα ή να επιλέγουν εμπλουτισμένα με τη Β12 τρόφιμα.

Πότες και φολικό οξύ

Αυξημένο κίνδυνο ανεπάρκειας της Β12 διατρέχουν επίσης οι πότες (το αλκοόλ μειώνει την απορρόφησή της), όσοι έχουν χειρουργηθεί για παχυσαρκία ή πεπτικό έλκος και όσοι παίρνουν αμινοσαλικυλικό οξύ (για φλεγμονώδη νόσο του εντέρου ή φυματίωση) ήτο αντιδιαβητικό φάρμακο μετφορμίνη. Κινδυνεύουν επίσης όσοι παίρνουν τα αντιεπιληπτικά φάρμακα φαινυτοΐνη, φαινοβαρβιτάλη ή πριμιδόνη.

Οι μεγάλες δόσεις φολικού οξέος μπορεί να καλύψουν την ανεπάρκεια της Β12 και να προκαλέσουν μόνιμη νευρολογική βλάβη. Η λήψη συμπληρωμάτων καλίου, τέλος, σε μερικούς ανθρώπους εμποδίζει την απορρόφηση της Β12.

Η συνθετική Β12 που υπάρχει στα συμπληρώματα και στα εμπλουτισμένα τρόφιμα, δεν εξαρτάται από τα πεπτικά οξέα για να απορροφηθεί. Είτε συνθετική, όμως, είτε φυσική, δεν απορροφάται εξ ολοκλήρου από τον οργανισμό. Γι’ αυτό και η θεραπεία της ανεπάρκειας συνήθωςαπαιτεί μεγαλύτερες ποσότητες απ’ όσες στην πραγματικότητα θα χρειαζόταν ο οργανισμός. Τα συμπληρώματα μπορεί να είναι σε μορφή ενέσεων, υπογλώσσιων δισκίων και δερματικών επιθεμάτων.

Πηγή: mednutrition.gr