Οι αδύνατοι άνθρωποι έχουν γενικά καλύτερες εγκεφαλικές άμυνες, που τους επιτρέπουν να αντιστέκονται πιο αποτελεσματικά στους πειρασμούς, να φάνε παχυντικές τροφές με πολλές θερμίδες, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα, που συμπέρανε ότι όσοι τρώνε φρέσκα φρούτα και λαχανικά, μένοντας αδύνατοι, έχουν γενικά μεγαλύτερο αυτό-έλεγχο στην πείνα τους. Σύμφωνα με την έρευνα, το μυστικό για να μείνει κανείς αδύνατος, είναι να μην μειώνεται το επίπεδο γλυκόζης (σακχάρου) στον εγκέφαλό του, γιατί αλλιώς πέφτει θύμα των πειρασμών του. 

Οι ερευνητές της Ιατρικής Σχολής του πανεπιστημίου Γιέηλ, με επικεφαλής τον Ρόμπερτ Σέργουιν και την καθηγήτρια ψυχιατρικής και νευροβιολογίας Ρατζίτα Σίνχα, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο ιατρικό περιοδικό «Journal of Clinical Investigation», σύμφωνα με το πρακτορείο Ρόιτερ, μελέτησαν τον εγκέφαλο 14 υγιών ανθρώπων (εννέα λεπτών και πέντε παχουλών), δύο ώρες μετά το φαγητό.

Οι εθελοντές κλήθηκαν να δουν φωτογραφίες τροφών με πολλές θερμίδες και την ίδια ώρα ο έλεγχος του εγκεφάλου τους (με λειτουργική μαγνητική απεικόνιση fMRI) αποκάλυπτε ότι στους μεν αδύνατους ενεργοποιείτο η περιοχή που συνδέεται με τον έλεγχο των παρορμήσεων, ενώ αντίθετα στους παχουλούς δεν υπήρχε ανάλογη δραστηριότητα στην ίδια περιοχή.Οι ερευνητές μετέβαλαν το επίπεδο του σακχάρου στο αίμα των εθελοντών, ώστε το σάκχαρο να είναι φυσιολογικό ή χαμηλό.

Αυτό που βρήκαν, είναι ότι όταν τα αποθέματα γλυκόζης στο αίμα πέφτουν, οι άνθρωποι αρχίζουν να χάνουν την ικανότητά τους να ελέγχουν την λαχτάρα τους για φαγητό. Η έλλειψη γλυκόζης (σακχάρου), εξασθενεί τις άμυνες του ανθρώπου ιδιαίτερα απέναντι στα παχυντικά φαγητά με τις πολλές θερμίδες. Οι παχουλοί είναι κατ' εξοχήν ευάλωτοι, καθώς και η παραμικρή μείωση του σακχάρου στο αίμα τους, τους δημιουργεί μια ισχυρή λαχτάρα για υδατάνθρακες. Αν μεν πρόκειται για «καλούς» υδατάνθρακες (φρούτα και λαχανικά, καφέ ρύζι, ψωμί ολικής αλέσεως κ.α.), τότε δεν υπάρχει πρόβλημα, αντίθετα αν πρόκειται για «κακούς» υδατάνθρακες (άσπρο ψωμί, αναψυκτικά, γλυκά, σνακ κ.α.), τότε αυξάνεται το πάχος. 


Όταν το σάκχαρο ήταν χαμηλό, ενεργοποιούνται ορισμένες περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ανταμοιβή, γεγονός ενδεικτικό για την επιθυμία του ατόμου να φάει. Παράλληλα ο προμετωπιαίος φλοιός, που συνήθως ασκεί κατασταλτικό έλεγχο στην επιθυμία για φαγητό, είναι σε μειονεκτική θέση και αδυνατεί να «φρενάρει» τη 
λιγούρα, πράγμα που συμβαίνει πρωτίστως στους παχύσαρκους. 

Όταν, αντίθετα, το σάκχαρο είναι φυσιολογικό, τότε οι λεπτοί άνθρωποι έχουν μεγαλύτερη δραστηριότητα στον προμετωπιαίο φλοιό και έτσι μπορούν να ασκήσουν μεγαλύτερο αυτό-έλεγχο στην πείνα τους, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν επίσης μειωμένη δραστηριότητα στην περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με την προσμονή της ανταμοιβής (μέσω της απόλαυσης του φαγητού).

«Νομίζω ότι υπάρχουν βασικά βιολογικές αιτίες που οι άνθρωποι δεν μπορούν να ελέγξουν την επιθυμία τους για φαγητό», δήλωσε ο Σέργουιν. «Υπάρχει ένα κέντρο ελέγχου, μια ανώτερη λειτουργία που ελέγχει τα κέντρα της ανταμοιβής. Αυτό το κέντρο ελέγχου υστερεί στους ανθρώπους με παχυσαρκία. Δεν ενεργοποιούν αυτό το σύστημα (αυτό-ελέγχου) και αυτό πιθανώς συμβάλλει στην παχυσαρκία τους».

Όπως είπε, θα χρειαστούν και άλλες μελέτες με μεγαλύτερο δείγμα εθελοντών για να επιβεβαιωθεί ότι οι παχύσαρκοι είναι λιγότερο ικανοί να απενεργοποιήσουν τα μέρη του εγκεφάλου τους που τους ωθούν στην επιθυμία για φαγητό.