Οι καρδιαγγειακές παθήσεις είναι μια βασική αιτία νοσηρότητας και θανάτου παγκοσμίως. Η έλλειψη βιταμίνης D έχει συνδεθεί με παράγοντες κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις όπως η υπέρταση, ο διαβήτης, καρδιαγγειακά επεισόδια όπως το έμφραγμα του μυοκαρδίου και η εγκεφαλική συμφόρηση, με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια καθώς και με κλινικούς δείκτες αθηροσκλήρωσης. Μελέτες που βρίσκονται σε εξέλιξη έχουν δείξει ότι η έλλειψη βιταμίνης D αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης υπέρτασης ή ξαφνικού καρδιακού θανατηφόρου επεισοδίου σε άτομα με προϋπάρχουσα καρδιαγγειακή πάθηση. Τα ανεπαρκή επίπεδα βιταμίνης D μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο εγκεφαλικού, καρδιακών παθήσεων και θανάτου και σε άτομα που δεν είχαν ποτέ καρδιακά προβλήματα.

Σε μελέτη με 27.686 συμμετέχοντες 50 ετών και άνω χωρίς ιστορικό καρδιαγγειακών παθήσεων διαπιστώθηκε ότι τα άτομα με πολύ χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D ήταν 77% πιο πιθανό να πεθάνουν, 45% πιο πιθανό να εμφανίσουν στεφανιαία νόσο και 78% πιο πιθανό να πάθουν εγκεφαλικό συγκριτικά με άτομα με φυσιολογικά επίπεδα βιταμίνης D.

Τέλος, μελέτη που ανέλυσε δεδομένα από το Third National Health & Nutrition Examination Survey κατέληξε στο ότι τα άτομα με χαμηλά επίπεδα βιταμίνης D ήταν 3 φορές πιο πιθανό να πεθάνουν από καρδιακή πάθηση και 2,5 φορές πιο πιθανό να πεθάνουν από οποιοδήποτε αίτιο συγκριτικά με τα άτομα που είχαν καλά επίπεδα βιταμίνης D.


πηγή: dete.gr