Σαν σήμερα, στις 6 Μαρτίου 1994, έφυγε από τη ζωή η Μαρία Αμαλία (Μελίνα) Μερκούρη, η γυναίκα που έμελλε να σημαδέψει την ιστορία του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου και να ηγηθεί του αντιδικτατορικού αγώνα σε Ελλάδα και εξωτερικό. Η Μελίνα Μερκούρη γεννήθηκε στις 18 Οκτωβρίου του 1920 στο σπίτι του παππού της Σπύρου Μερκούρη, ο οποίος διατέλεσε δήμαρχος Αθηναίων για περίπου 20 χρόνια. Ο πατέρας της, Σταμάτης, ήταν επίσης πολιτικός.
Σε ηλικία 18 ετών έγινε δεκτή στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, ενώ τον επόμενο χρόνο παντρεύτηκε τον Παναγιώτη Χαροκόπο.

Το 1944 εμφανίζεται για πρώτη φορά στο σανίδι, ξεκινώντας τη θρυλική πορεία της στο θέατρο και τον κινηματογράφο. Στην θεατρική και κινηματογραφική της καριέρα συνεργάζεται με κορυφαία ονόματα της ελληνικής και παγκόσμιας Τέχνης, όπως τους Δημήτρη Μυράτ, Ειρήνη Παππά, Τίτο Βανδή, Κάρολο Κουν, Μάνο Κατράκη, Γιώργο Παππά, Μάνο Χατζιδάκι, Μίκη Θεοδωράκη, Μιχάλη Κακογιάννη, Ιάκωβο Καμπανέλλη, αλλά και τους Ζιλ Ντασσέν, Άντονι Πέρκινς, Ρόμι Σνάιντερ, Πίτερ Ουστίνοφ, Λόρενς Ολιβιέ, Έλεν Μπέρστιν και πολλούς άλλους.

Η πρώτη της ταινία, η μυθική πλέον «Στέλλα» προβλήθηκε για πρώτη φορά το 1955. Η σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη, το σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη και η ερμηνεία της Μελίνας χάρισαν στην ταινία παγκόσμια αναγνώριση και βραβεύτηκε με το βραβείο καλύτερης ταινίας ρετροσπεκτίβας στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 1960, με τη Χρυσή Σφαίρα καλύτερης ξένης ταινίας του 1956, καθώς και με το βραβείο ερμηνείας για τη Μελίνα Μερκούρη, στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Καννών του 1955.  

Στο φεστιβάλ των Καννών η Μελίνα γνωρίζει κι ερωτεύεται κεραυνοβόλα τον Ζιλ Ντασσέν, με τον οποίο αργότερα θα παντρευτούν και θα μείνουν μαζί μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος. Με σκηνοθέτη το Ντασσέν τον επόμενο χρόνο γυρνάνε την ταινία «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», βασισμένη στο έργο του Νίκου Καζαντζάκη.

Το 1958-60 το ζευγάρι κινηματογραφεί το «Ποτέ την Κυριακή», την ταινία που έκανε διάσημη την ίδια και τη μουσική του Μάνου Χατζιδάκι σε όλο τον κόσμο. Η ταινία βραβεύτηκε με το Όσκαρ Καλύτερου Τραγουδιού και με το βραβείο Α’ γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ των Καννών.  

Παράλληλα με την θεατρική και κινηματογραφική της καριέρα σε Ελλάδα και εξωτερικό η Μελίνα κυκλοφορεί πάνω από 15 δίσκους, με έργα των Μάνου Χατζιδάκι, Μίκη Θεοδωράκη, Σταύρου Ξαρχάκου, Γιάννη Μαρκόπουλου, Βασίλη Τσιτσάνη, Κουρτ Βάιλ και Μπέρτολτ Μπρεχτ.

Το πραξικόπημα της 21 Απριλίου τη βρίσκει στο εξωτερικό όπου παρουσιάζει στο Μπρόντγουει το «Ίλια Ντάρλινγκ». Εμφανίζεται στις κάμερες των αμερικανικών μέσων και δηλώνει κλαίγοντας "Σας παρακαλώ μην πάτε στη χώρα μου".
Από το εξωτερικό δίνει αγώνα κατά της χούντας των συνταγματαρχών, οι οποίοι της αφαίρεσαν την ελληνική ιθαγένεια και κατέσχεσαν την περιουσία της στην Ελλάδα. Όταν η Μελίνα πληροφορείται την απόφαση της χούντας κάνει την ιστορική δήλωση:

«Γεννήθηκα Ελληνίδα και θα πεθάνω Ελληνίδα. Ο Παττακός γεννήθηκε φασίστας και θα πεθάνει φασίστας». Με συνεντεύξεις, συναυλίες, ηχογραφήσεις, απεργίες πείνας και πολιτικές εκδηλώσεις η Μελίνα αποτελεί μόνιμο πρόβλημα για τη χούντα που αποπειράται να την δολοφονήσει με διάφορους, ανεπιτυχείς, τρόπους.

Προκειμένου να κάνει εφικτή την επιστροφή των Γλυπτών, το 1989 κήρυξε διαγωνισμό για την κατασκευή ενός νέου Μουσείου της Ακρόπολης, δίνοντας παράλληλα έμφαση στις εργασίες αναστήλωσης της Ακρόπολης αλλά και στη διάσωση της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Δική της ιδέα ήταν και η ενοποίηση του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, για τη δημιουργία ενός αρχαιολογικού πάρκου.

«Πρέπει να καταλάβετε τι σημαίνουν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα για μας. Είναι το καμάρι μας. Είναι οι θυσίες μας. Είναι το υπέρτατο σύμβολο ευγένειας. Είναι φόρος τιμής στη δημοκρατική φιλοσοφία. Είναι η φιλοδοξία και το όνομά μας. Είναι η ουσία της ελληνικότητάς μας» δήλωσε και συμπλήρωσε: «Αν με ρωτήσετε εάν θα ζω όταν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα επιστρέψουν στην Ελλάδα, σας λέω πως ναι, θα ζω. Αλλά κι αν ακόμη δεν ζω πια, θα ξαναγεννηθώ».

Το 1983 έθεσε το ερώτημα «Πώς είναι δυνατόν μια κοινότητα που στερείται την πολιτιστική της διάσταση να μπορεί να αναπτυχθεί;» ενώπιων των υπουργών Πολιτισμού της τότε ΕΟΚ, σημειώνοντας πως ο πολιτισμός «είναι η ψυχή της κοινωνίας» και πως η ευρωπαϊκή ταυτότητα «βρίσκεται ακριβώς στο σεβασμό της ιδιαιτερότητας και στο να δημιουργήσουμε ένα παράδειγμα ζωντανό μέσα από ένα διάλογο των πολιτισμών της Ευρώπης. Η φωνή μας είναι καιρός να ακουστεί με την ίδια δύναμη όπως αυτή των τεχνοκρατών. Ο πολιτισμός, η τέχνη και η δημιουργία, δεν είναι λιγότερο σημαντικά από το εμπόριο, την οικονομία, την τεχνολογία».
Έτσι, ξεκίνησε ο ευρωπαϊκός θεσμός της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας.

Η είδηση του θανάτου της Μελίνας στις 6 Μαρτίου 1994 προκάλεσε παγκόσμια συγκίνηση, ενώ ο διεθνής Τύπος φιλοξένησε πολυσέλιδα αφιερώματα στη ζωή και το έργο της μυθικής Ελληνίδας με το βροντερό γέλιο. Στο Μπρόντγουεϊ τα θέατρα παρέμειναν κλειστά την ώρα που πάνω από ένα εκατομμύριο συγκινημένοι πολίτες την συνόδευαν στην τελευταία της κατοικία, στο Α' Νεκροταφείο.