Ο σημαντικός ηθοποιός και σκηνοθέτης, από τους πρωτεργάτες του ελεύθερου θεάτρου και της ελεύθερη σκηνής, που έχει διαπρέψει με την ερμηνεία και τη σκηνοθετική του ματιά, σε όλα τα είδη θεάτρου, μίλησε για τα παιδικά του χρόνια, τη στήριξη που είχε από τη μητέρα του και την αδυναμία του πατέρα του να αποδεχθεί ότι ασχολήθηκε με το θέατρο και όχι με τη δικηγορία όπως εκείνος επιθυμούσε. Ο Σταμάτης Φασουλής έδωσε συνέντευξη σε κυριακάτικη εφημερίδα και μίλησε για όλους και για όλα. Ακολουθεί αυτούσιο ένα μέρος της συνέντευξης:

«Εσείς στο θέατρο έχετε κάνει λιγότερα ή περισσότερα απ’ ότι ονειρευτήκατε;»
«Πολλά περισσότερα. Αλλά δεν είχαν την αίγλη που περίμενα όταν ήμουν τεσσάρων πέντε έξι χρονών, στη Σαλαμίνα και σκαρφαλωμένος στα κλαδιά της μουριάς που σκέπαζε το σπίτι μας, σκεφτόμουν τον εαυτό μου στο θέατρο… Δεν ήταν κάτι συγκεκριμένο. Φανταζόμουν τη λέξη και δίπλα της τον εαυτό μου – έδινα παράσταση μέσα στη λέξη θέατρο. Έ, ύστερα το όνειρο έγινε συγκεκριμένο. Στεγάστηκε. Έγινε θέατρο Άλσος Παγκρατίου, θέατρο Δημήτρης Χορν, θέατρο Διάνα, Καλουτά, Αθηνά, Μινώα, θέατρο Σμαρούλα, θέατρο Αλίκη, Βεάκη, Παλλάς… Μικρός και μόνο που πέρναγα έξω από το Παλλάς και έβλεπα τους θεατές να ανεβαίνουν τα σκαλιά της εισόδου, ένιωθα ότι πήγαιναν στα Ηλύσια Πεδία… Έλεγα: «Αν κάποτε κι εγώ αξιωθώ να τ’ ανέβω αυτά τα σκαλιά ως ηθοποιός ή ως σκηνοθέτης…». Τα ανέβηκα εντέλει και ήταν καταπληκτικό ό,τι έγινε, ήταν η μεγαλύτερη επιτυχία της ζωής μου – αλλά αυτό που φανταζόμουν μικρός ήταν αλλιώς».

«Πότε είδατε για πρώτη φορά θέατρο;»
«Δυόμισι ετών με πήγαν οι γονείς μου και είδαμε τη Σοφία Βέμπο. Από εκείνο το βράδυ, επιστρέφοντας με το καραβάκι στο χωριό μου, στη Σαλαμίνα, έλεγα σε όλους πως αποφάσισα όχι ότι «κάποτε θα γίνω» αλλά πως «ήδη ήμουν» ηθοποιός».

«Ο πατέρας σας πώς αντιδρούσε;»
«Μέχρι τα δεκαεννέα μου, ούτε που ήθελε να το ακούσει. Τον πρώτο χρόνο μου στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου νόμιζε ότι ο γιός του πήγαινε στο πρώτο έτος της Νομικής. Έτσι του ‘χε πει η μητέρα μου…»

«Είχατε καβγάδες;»
«Είχαμε ένα σιωπηλό πένθος, το έφερε βαρέως. Ξέρεις… Ένας ναυτικός που συναντιέται με τους συναδέλφους του στο καφενείο και του ενός το παιδί έχει γίνει καπετάνιος, του άλλου αρχιτέκτων ή δικηγόρος, ενώ ο δικός του γιoς έχει επιλέξει θέατρο. Καταλαβαίνω τώρα πως θα ένιωθε, ο καημένος… Σαν να βλέπω με τη φαντασία μου τη στιγμή που αποκαλύπτει τον καημό του στους φίλους του. Στο άκουσμα της απόφασης του κυρ- Τάσου να επιτρέψει στο γιo του να πάει για θεατρίνος, θα πρέπει να σταμάτησε να γυρίζει ο ανεμιστήρας στο ταβάνι του καφενείου, πάνω από το κεφάλια τους. ( χαμογελάει)

«Πώς συμφιλιώθηκε ο πατέρας σας με την ιδέα του θεάτρου;»
«Η πρώτη φορά ήταν όταν ήρθε να με δει στις διπλωματικές εξετάσεις μου. Ίσως κάτι να σκίρτησε μέσα του, όταν άνοιξε η βελούδινη αυλαία του Εθνικού Θεάτρου και βγήκα στη σκηνή εγώ. Ίσως γαλήνεψε, ακούγοντας αυτό το φορυφούρισμα της αυλαίας, αυτό τον ήχο που και νεκρούς ανασταίνει. Κι ύστερα ερχόταν στις παραστάσεις μου σχεδόν κάθε βράδυ, μαζί με τη μητέρα μου. Καθόταν πίσω πίσω στο θέατρο Άλσος, όλα τα χρόνια που παίζαμε εκεί – αλλά και αργότερα στο θέατρο Σμαρούλα- μέχρι που έφυγε από τη ζωή. Μάλιστα, ντρεπόταν να έρθει στο καμαρίνι. Ερχόταν κάθε βράδυ η μητέρα μου, μ’ αγκάλιαζε, με φίλαγε κι ύστερα με ρωτούσε, «Να σου πει κι ο μπαμπάς μια καληνύχτα;». Εγώ έλεγα, «Βεβαίως!» και ο πατέρας μου συμπλήρωνε: «Καληνύχτα, Σταμάτη»… Αλλά ποτέ δεν μου είπε μια λέξη για τη δουλειά μου. Ούτε «εύγε». Ούτε «τι αηδίες είναι αυτές που κάνεις γιέ μου;» Δηλαδή ούτε συγχαρητήρια ούτε συλλυπητήρια».