Συμπληρώνονται σήμερα 79 χρόνια από το θάνατο του Κωνσταντίνου Καβάφη, ενός από τους μεγαλύτερους έλληνες ποιητές που άφησε πίσω του λαμπρό έργο.
Η ποίησή του Κ. Π. Καβάφη όχι μόνο έχει επικρατήσει στην Ελλάδα, αλλά κατέλαβε μία εξέχουσα θέση στην ευρωπαϊκή ποίηση, ύστερα από τις μεταφράσεις των ποιημάτων του αρχικά στα Γαλλικά, Αγγλικά, Γερμανικά και κατόπιν σε πολλές άλλες γλώσσες.

Η Καβαφική ποίηση περιλαμβάνει τα 154 ποιήματα που αναγνώρισε ο ίδιος , τα λεγόμενα Αναγνωρισμένα, τα 37Αποκηρυγμένα ποιήματά του, τα περισσότερα νεανικά, σε καθαρεύουσα, τα οποία αργότερα αποκήρυξε, τα Ανέκδοτα, δηλαδή 75 ποιήματα που βρέθηκαν ολοκληρωμένα στα αρχεία του, καθώς και τα 30 Ατελή, που βρέθηκαν σε φακέλους του χωρίς να έχουν πάρει την οριστική τους μορφή.

Διαχωρίζοντας το ποιητικό του έργο ο Καβάφης σε φιλοσοφικό, ιστορικό και ηδονικό, στα ποιήματά του αποτυπώνονται το ερωτικό στοιχείο, η φιλοσοφική του σκέψη και η ιστορική του γνώση, η οποία αφορά κυρίως στην ελληνιστική περίοδο, με σημείο αναφοράς την Αλεξάνδρεια.

Η συμβολιστική του τάση είναι έντονη και συνδυάζεται με λόγο λιτό αλλά διαχρονικά επίκαιρο. Η ειρωνική διάθεση, αυτό που αποκλήθηκε καβαφική ειρωνεία συνδυάζεται με την τραγικότητα της πραγματικότητας και αποτέλεσε το σημείο αναφοράς για πολλούς μεταγενέστερους ποιητές.

Ο Καβάφης, ανατράφηκε σε ένα εύπορο οικογενειακό περιβάλλον με σπουδές στο εξωτερικό και μια φυσική ροπή προς τη γνώση και την Ιστορία άρχισε να γράφει ποίηση σε νεαρή ηλικία και κέρδισε το σεβασμό και το θαυμασμό της κοινωνίας των ποιητών για την ιδιότυπη γλώσσα, το μείγμα καθαρεύουσας και δημοτικής, με ιδιωματικά στοιχεία της Κωνσταντινούπολης τον εξαιρετικά λιτό λόγο, με τα ελάχιστα επίθετα που ξεχώρισαν στην ποίησή του, τον κατέστησαν πρωτοπόρο και καθιέρωσαν τον όρο «καβαφική ποίηση».

Η ζωή του

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης το γένος Πέτρου, ή Κ. Π. Καβάφης, γεννήθηκε στις 29 Απριλίου 1863 στην Αλεξάνδρεια, όπου οι γονείς του εγκαταστάθηκαν εγκαταλείποντας την Κωνσταντινούπολη το 1840. O Kαβάφης διδάχτηκε αγγλικά, γαλλικά και ελληνικά με οικοδιδάσκαλο και συμπλήρωσε τη μόρφωσή του για ένα-δύο χρόνια στο Ελληνικό Εκπαιδευτήριο της Αλεξάνδρειας. Έζησε επίσης για τρία χρόνια, που ήταν τα κρισιμότερα στην ψυχοδιανοητική του διαμορφώση, στην Πόλη (1882-84). Το 1897 ταξίδεψε στο Παρίσι και το 1903 στην Αθήνα, χωρίς από τότε να μετακινηθεί από την Αλεξάνδρεια για τριάντα ολόκληρα χρόνια.

Επαγγελματικά, ο Καβάφης δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί. Ύστερα από περιστασιακές απασχολήσεις σε χρηματιστηριακές επιχειρήσεις, αποφάσισε να γίνει δημόσιος υπάλληλος και διορίστηκε σε ηλικία 26 χρονών στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων στην Υπηρεσία του Τρίτου Κύκλου Αρδεύσεων, όπου παρέμεινε έως τον Μάρτιο του 1932. Από το 1886 άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα επηρεασμένα από τους αθηναίους ρομαντικούς ποιητές, χωρίς να τον έχει επηρεάσει καθόλου η στροφή της γενιάς του 80.

Από το 1891, όταν εκδίδει σε αυτοτελές φυλλάδιο το ποίημα Κτίσται, και ιδίως το 1896, όταν γράφει τα Τείχη,το πρώτο αναγνωρισμένο, εμφανίζονται τα χαρακτηριστικά των ώριμων ποιημάτων του. Το 1932, ο Καβάφης, άρρωστος από καρκίνο του λάρυγγα, πήγε για θεραπεία στην Αθήνα, όπου παρέμεινε αρκετό διάστημα, εισπράττοντας μια θερμότατη συμπάθεια από το πλήθος των θαυμαστών του. Επιστρέφοντας όμως στην Αλεξάνδρεια, η κατάστασή του χειροτέρεψε. Μπήκε στο Νοσοκομείο της Ελληνικής Κοινότητας, όπου και πέθανε την ημέρα των γεννεθλίων του στις 29 Απριλίου τού 1933.

Παραθέτουμε ένα από τα σημαντικότερα ποιήματά του Κ. Π. Καβάφη καθώς το βρίσκουμε εξαιρετικά επίκαιρο:

TEIXH

«Xωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Kαι τώρα κάθημαι και απελπίζομαι εδώ.

Mε τρώγει την καρδίαν και τον νουν μου αυτή η τύχη,
διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.

Α, όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μη προσέξω.

Aλλά δεν ήκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Aνεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω».