Ανέκαθεν οι συγγραφείς έδιναν έναν ξεχωριστό τόνο φινέτσας του λόγου μιλώντας ανάμεσα σε ηθοποιούς και στην περίπτωση του Ντον Ντε Λίλο, το μεσημέρι της Παρασκευής 25 Μαίου στις Κάννες, αυτό δεν θα μπορούσε να ισχύσει περισσότερο.
Ο νεοϋρκέζος συγγραφέας κλασικών πλέον μυθιστορημάτων της σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας όπως τα «Είναι υπόγειος κόσμος» και «Λευκός θόρυβος» ήταν σκέτη απόλαυση μιλώντας προς τους δημοσιογράφους για την «Κοσμόπολη», ένα από τα πιο γνωστά έργα του που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον καναδό σκηνοθέτη Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ.

Με εξαίρεση τον Κρόνενμπεργκ, οι συντελεστές του πάνελ - ανάμεσά τους οι ηθοποιοί Ρόμπερτ Πάτινσον, Σάρα Γκάντον και Πολ Τζιαμάτ και ο παραγωγός Πάουλο Μπράνκο - είχαν εξουδετερωθεί από την ευστοχία στις παρατηρήσεις και από τον τρόπο που ο συγγραφέας εξέφραζε τις σκέψεις του.
Ο Ντον Ντε Λίλο είναι ένας πραγματικός storyteller.

«H “Κοσμόπολη” βγήκε τόσο καλή ταινία γιατί εγώ δεν αναμείχθηκα καθόλου στην σεναριακή προσαρμογή της» είπε ο Ντε Λίλο, που ως άνθρωπος δεν θα πρέπει να γελά και τόσο εύκολα, ενώ είναι και εξαιρετικά φειδωλός στην παραχώρηση αυτογράφων.

«Ενώ όμως όλο σχεδόν το βιβλίο βρίσκεται στην ταινία, προσωπικά είμαι  της άποψης ότι δεν πρέπει να μπερδεύουμε το ένα με το άλλο Δεν θα με ενδιέφερε να δω τις λέξεις μου σε εικόνες. Θα με ενδιάφερε όμως πολύ να δω πώς ένας σκηνοθέτης το είδε.» 

Το εν λόγω μυθιστόρημα, όπως άλλωστε και η ταινία που στηρίχτηκε πάνω του, περιγράφουν μια ημέρα από τη ζωή ενός πάμπλουτου νεαρού επιχειρηματία (Πάτινσον) μέσα στην τεράστια, κάτασπρη λιμουζίνα του. Στην πραγματικότητα το μόνο που θέλει ο Ερικ Πάκερ είναι να κουρευτεί  στην παλιά γειτονιά του.

Για να φτάσει ως εκεί, όμως, θα πρέπει να διασχίσει τους δρόμους του Μανχάταν όπου επικρατεί το απόλυτο  χάος: ο Πρόεδρος των ΗΠΑ κάνει περιοδεία στην πόλη, οι αναρχικοί προκαλούν αναταραχές και, σαν να μην έφταναν αυτά, πραγματοποιείται και η κηδεία ενός μουσικού της ραπ η σορός του οποίου μεταφέρεται μέσα στην πόλη με ανοιχτό το φέρετρο.

Διάφορα πρόσωπα μπαινοβγαίνουν στη λιμουζίνα: συνεργάτες, σύμβουλοι, ένας γιατρός, μια  σεκιούριτι. Κάποιες στάσεις σε εστιατόρια (για να φάει με την γυναίκα του), περιστασιακό σεξ (μέσα στο αυτοκίνητο)... Ολα αυτά οδηγούν την ταινία σε μια κλιμάκωση εφιαλτική, ενώ κατά τη διάρκεια του «ταξιδιού» νιώθεις να ανάσα σου να κόβεται.

Ο Ντον Ντε Λίλο είπε ότι εμπνεύσθηκε την ιδέα της «Κοσμόπολης» βλέποντας δεκάδες λευκές  λιμουζίνες να έχουν κατακλύσει το Μανχάταν στις αρχές της προηγούμενη δεκαετίας, εμποδίζοντας  πολλές φορές την κίνηση. Αργότερα  άρχισε να τον απασχολεί ένα άλλο ερώτημα: πώς θα μπορούσε να περιγράψει ολόκληρη τη  ζωή ενός ανθρώπου μέσα στο χρονοδιάγραμμα μιας μόλις ημέρας; 

«Σκεφτόμουν τον Ερικ Πάκερ να ζει σε μια μέρα όλη του την ζωή» εξήγησε. «Αρχισε να με απασχολεί η επιστροφή του προς τα πίσω, στην παιδική του ηλικία». «Και όσο ταξιδεύει προς τα πίσω» συμπλήρωσε ο Κρόνενμπεργκ, «τόσο νιώθει να τον κυριεύει η αθωώτητα που είχε χάσει.»

Στην ερώτηση του «Βήματος»  προς τον Ντον Ντε Λίλο να σχολιάσει τον τρόπο με τον οποίο διαφημίζεται η ταινία («Επιτέλους, το πρώτο φιλμ για το νέο μιλένιουμ»), ο συγγραφέας είπε ότι η νέα χιλιετία δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό του όταν έγραφε την «Κοσμόπολη» (μάλιστα ο Κρόνενμπεργκ πετάχτηκε προσθέτοντας «καλύτερα να μην πιστεύετε στις διαφημίσεις»!).

«Ζούμε σε επικίνδυνες εποχές και έχω περάσει από περιόδους ριζικής αλλαγής στην Αμερική, όπως η δεκαετία του ’60, με τις δολοφονίες Προέδρων, τον πόλεμο του Βιετνάμ , το διαρκώς ταραγμένο κλίμα. Ολα αυτά είναι στοιχεία που ακολουθούν τα βιβλία μου. Αλλά πού ακριβώς βρίσκεται η “Kοσμόπολη”, ειλικρινά δεν το γνωρίζω. Οταν γράφω άλλωστε, δεν σκέφτομαι τις προηγούμενες δουλειές μου. Απλώς γράφω.»

Πηγή: tovima.gr