Ένα περίβλημα σκοτεινό που στον πυρήνα του αναβλύζει φως, αντιπροσωπεύει το έργο του Γιάννη Σπυρόπουλου (1912-1990) και προκαλεί τον θεατή να ακολουθήσει τη διαδρομή της εσωτερικής του συνοχής, να αφεθεί στην αίσθηση της ζωγραφικής ύλης, στον τρόπο που ο έλληνας πρωτοπόρος ζωγράφος της αφαίρεσης, εναρμονίζει τις αντιθέσεις φως-σκοτάδι, ύλη-πνεύμα.

Το έναυσμα δίνει η αναδρομική έκθεση από την Τρίτη, 9 Νοεμβρίου, που διοργανώνει το Ίδρυμα Γιάννη και Ζωής Σπυροπούλου, στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς, με 120 έργα του ζωγράφου, στη μνήμη των 20 χρόνων από τον θάνατό του. Οι πίνακες προέρχονται από το Μουσείο Σπυρόπουλου, που σύντομα θα μεταστεγαστεί από το σπίτι-εργαστήριο του ζωγράφου στην Εκάλη, σε ιδιόκτητο τριώροφο διατηρητέο, στη συμβολή των οδών Τοσίτσα και Ζαΐμη.

Στρώματα πυκνότητας και λάμψης συνιστούν τη δραματικότητα στο έργο του ζωγράφου, είχε πει η Ελένη Βακαλό. "Πάντα με προσήλωση, ο Σπυρόπουλος, βάθαινε προς το εσωτερικό της ύλης και εκεί αποκαλύπτει τη δραματικότητα της γένεσης και της καταστροφής που την συνιστά σε κάθε ζωντανό οργανισμό. Τέτοιος ζωντανός οργανισμός, με τις συγκρούσεις και τις επιστρώσεις συνεχών, επάλληλων μεταλλαγών, γίνεται το χρωματικό σώμα των πινάκων του Σπυρόπουλου".

Από τα 2.500 έργα του Σπυρόπουλου που έχουν εντοπιστεί σε ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα και το εξωτερικό, το Ίδρυμα Γιάννη και Ζωής Σπυροπούλου, έχει καταλογογραφήσει τα 1.700, ενώ στην κατοχή του, το Μουσείο Σπυρόπουλου, έχει 300 πίνακες.

Μεγάλες αναδρομικές εκθέσεις του Γιάννη Σπυρόπουλου, έχουν πραγματοποιηθεί από το 1994 έως το 1998, στην Εθνική Πινακοθήκη και φορείς από όλη την Ελλάδα, ενώ έχουν κυκλοφορήσει και δύο μονογραφίες για το έργο και τη ζωή του, από τον καθηγητή Χρύσανθο Χρήστου το 1962 και την κριτικό Εφη Στρούνζτα το 1989.

Στα εγκαίνια της έκθεσης στο Μουσείο Μπενάκη, θα παρουσιαστεί η τρίτη μονογραφία για τον ζωγράφο, βασισμένη στη διδακτορική διατριβή που εκπόνησε ο αρχιτέκτονας Γιάννης Παπαϊωάννου, στο ΕΜΠ.

"Αποφάσισα να ασχοληθώ με τη μελέτη του έργου του Γιάννη Σπυροπούλου", λέει ο συγγραφέας, "γιατί το αγάπησα και βρέθηκα ενώπιος ενωπίω με ένα έργο τεράστιας εσωτερικής συνοχής και συνέπειας, το οποίο πίστεψα πως θα έπρεπε σιγά σιγά να φωτισθεί, έτσι που να φανεί ο τρόπος με τον οποίο κάθε πίνακας προέκυπτε από τον προηγούμενό του. Με πίστη στην άποψη του Braque πως “κάθε στάδιο είναι πάντα συμπληρωματικό εκείνου που του προηγήθηκε”, προσπάθησα να παρακάμψω την ανάγκη μου για εξηγήσεις μέχρι να φθάσω στην αποκάλυψη. Το συνολικό έργο που αντιμετωπίσθηκε εκτείνεται σε μία χρονική διαδρομή που συμβατικά ξεκινά από την αποφοίτησή του (Α.Σ.Κ.Τ.-1936) και τελειώνει με την επιδείνωση της υγείας του το 1987. Ο μεγάλος αριθμός των πινάκων του ήταν εύκολα διακριτός σε ενότητες που ξεκινούσαν από την παραστατική ζωγραφική, φθάνοντας μέχρι την Αφαίρεση".

Για το έργο του τιμημένου με το βραβείο Μπιενάλε Βενετίας το 1960 Γιάννη Σπυρόπουλου, το βράδυ των εγκαινίων θα μιλήσουν οι Γιώργος Σορτίκος - πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος Σπυροπούλου, Όλγα Δανιηλοπούλου - κριτικός τέχνης, Τζούλια Δημακοπούλου - διευθύντρια του Ινστιτούτου Μελετών Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης, Γιάννης Χ. Παπαϊωάννου - διδάκτωρ της Ιστορίας της Τέχνης, Μάνος Στεφανίδης - επίκουρος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και η Έφη Στρούζα - κριτικός-ιστορικός τέχνης.

Παράλληλα, ο καλλιτέχνης και υπότροφος του Ιδρύματος Γιάννης και Ζωής Σπυροπούλου, Ανδρέας Σάββας, τιμώντας τη γιορτή του Μουσείου θα συμμετάσχει στην έκθεση «Γιάννης Σπυρόπουλος» παρουσιάζοντας τα έργα «Μαυσωλείο» και «Επ’ ώμου», αφιέρωμα στη μνήμη του Σπυροπούλου και στο Μουσείο του. Στην έκθεση θα προβάλλεται επίσης βίντεο με το έργο όλων των καλλιτεχνών που τιμήθηκαν τα 20 χρόνια με το Έπαθλο Γιάννη Σπυροπούλου.

Ο ζωγράφος Γιάννης Σπυρόπουλος γεννήθηκε το 1912. Στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών όπου σπούδασε από το 1930 έως το 1936, είχε καθηγητές τον Επαμεινώνδα Θωμόπουλο, τον Ουμβέρτο Αργυρό και τον Σπυρίδωνα Βικάτο.

Το 1938 ο Σπυρόπουλος κέρδισε το βραβείο για τη Ζωγραφική στον ετήσιο διαγωνισμό της Ακαδημίας Αθηνών για την αποστολή υποτρόφων καλλιτεχνών στην Ευρώπη και έφυγε για το Παρίσι. Στην Ecole Superieure des Beaux-Arts είχε δάσκαλό του τον Charles Guerin. Στην Ελλάδα επέστρεψε με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1939. Άρχισε να εισχωρεί στην αφαιρετική ζωγραφική από τα μέσα της δεκαετίας του ’50. Η συχνή συμμετοχή του από το 1953 στις σπουδαιότερες ομαδικές εκθέσεις, πέρα από το μέτρο μιας καλλιτεχνικής καταξίωσης που υποδηλώνει, σηματοδοτεί και μιαν άλλη διάθεση «ξανοίγματος» του ζωγράφου προς το κοινό. Τον Ιούνιο του 1960, μετέχοντας στην καλλιτεχνική ομάδα που εκπροσωπούσε την Ελλάδα στην 30ή Μπιενάλε της Βενετίας, απέσπασε από κοινού με τον Ιταλό Antonio Music το Βραβείο UNESCO. Ο Σπυρόπουλος, μέσα από τον απόηχο των αλλεπάλληλων επιτυχιών του στο εξωτερικό, και παρά το γεγονός ότι αρνιόταν πλέον να εκθέσει στην Ελλάδα, άρχισε να εισπράττει σημαντικές διακρίσεις και αναγνώριση, όπως η τιμή να του απονεμηθεί ο Ταξιάρχης του Βασιλικού Τάγματος του Φοίνικα (Ιανουάριος 1966). Το 1969, το National Collection of Fine Arts του Smithsonian Institution της Ουάσιγκτον φιλοξένησε ατομική του έκθεση. Το 1978 του απονεμήθηκε από το Πανεπιστήμιο της Βιέννης το βραβείο Gottfried von Herder. Ο Γιάννης Σπυρόπουλος πέθανε το 1990 και τον ίδιο χρόνο δημοσιεύτηκε το Προεδρικό Διάταγμα για τη σύσταση του Iδρύματος Γιάννη και Zωής Σπυροπούλου, το οποίο αφενός προικοδοτήθηκε με μία πλούσια συλλογή 300 έργων του καλλιτέχνη, πλούσιων αρχείων και χαρακτικών έργων, και αφετέρου ανέλαβε την υποχρέωση της ετήσιας βράβευσης νέων Ελλήνων καλλιτεχνών με το Έπαθλο Σπυροπούλου.